Στη Συντροφιά των Αγγέλων, επεισόδιο 5.2 – Ορμπαράτους (συν.)

«Αυτό δεν ακούγεται καλό,» είπε η Τζιλ. «Αυτό δεν ακούγεται καθόλου καλό!! Αυτό το μέρος είναι ήδη αρκετά τρομακτικό από μόνο του…»

«Σαμ, τί χρώμα είχαν τα πετράδια;» ρώτησε ο κ. Λουκ.

«Δύσκολο να πω γιατί το φως ήταν κακό, αλλά έμοιαζαν σκούρα. Μπλε, ίσως;»

«Νομίζεις ότι, όλως τυχαίως, θα μπορούσαν να είναι ζαφείρια;»

Ο Σαν σφύριξε «Να πάρει! Δεν το σκέφτηκα καθόλου αυτό! Μπορώ να πάω να δω αν θέλετε.»

«Για να πω την αλήθεια, δεν ξέρω πως θα μπορούσαμε να το πιστοποιήσουμε αυτό,» είπε ο κ. Λουκ. «Αλλά, όση ώρα το σκεφτόμαστε, κι εφόσον η Πόλυ δεν αισθάνεται πλέον κανέναν εκεί πάνω, ίσως να έπρεπε να πάμε και να δούμε το μέρος μόνοι μας».

Η Πόλυ στάθηκε επικεντρωμένη, ακούγοντας για λίγο. «Όχι, δεν είναι πια κανείς εκεί,» είπε.

«Τότε, θα μπορούσες να μεταφέρεις τη Τζιλ μέχρι επάνω στην κορυφή του γκρεμού; Ξέρω ότι εγώ είμαι πολύ βαρύς για να με κουβαλήσεις, αλλά ο Σαμ μπορεί να περάσει εμάς τους δυο μέσα απ’ τον Λαβύρινθο. Σαμ, τιλες;»

Ο Σαμ χαμογέλασε πλατιά. «Εγώ θα τα καταφέρω, αλλά εσύ σίγουρα δεν θα νοιώθεις και πολύ καλά όταν θα βγούμε ξανά έξω».

«Σε παρακαλώ μην μου το θυμίζεις,» είπε ο κ. Λουκ δυστυχισμένα. «Όμως, είναι ένα ρίσκο που είμαι έτοιμος να πάρω. Τζιλ, Πόλυ, θα σας βρούμε επάνω».

Ο Σαμ έσφιξε τον κρύσταλλο του στο ένα χέρι και τον καρπό του κ. Λουκ στο άλλο, κι οι δυο τους μπήκαν μέσα στον διπλανό τοίχο.

Η Πόλυ σήκωσε τη Τζιλ στα χέρια της. «Είσαι έτοιμη να πετάξεις, μικρούλα;» έστειλε την σκέψη της στη Τζιλ.

«Έτοιμη, όσο θα μπορέσω να είμαι ποτέ μου!» ανταπέδωσε τη σκέψη η Τζιλ.

Και απογειώθηκαν.

Η Τζιλ θα θυμόταν αυτή την πτήση σε όλη της τη ζωή. Είχε μπει σε αεροπλάνα κι ήξερε ότι οι απογειώσεις είναι θορυβώδεις και καμιά φορά τρομακτικές, έτσι έκλεισε τα μάτια της κι ετοιμάστηκε για το τράνταγμα της εκτόξευσης. Όμως τα φτερά της Πόλυ τις σήκωσαν και τις δύο χωρίς προσπάθεια στον ουρανό του Ορμπαράτους και η άνοδος τους ήταν τόσο απαλή, που η Τζιλ ίσως και να μην καταλάβαινε ότι ήταν στον αέρα, αν δεν άλλαζαν οι άνεμοι γύρω τους..Άνοιξε προσεκτικά το ένα μάτι κι είδε ότι βρισκόντουσαν ήδη πέντε ή έξι ορόφους πάνω από το δρόμο και συνέχιζαν να ανεβαίνουν αργά, παίρνοντας κλίση δεξιά-αριστερά πάνω από το χάσμα.

Χωρίς να φοβάται καθόλου πια, η Τζιλ κοίταξε πρόθυμα πέρα στον όλο και μεγαλύτερο ορίζοντα. Είδε ότι, όπως είχε πει η Πόλυ, η πολιτεία του Σένουρμπους ήταν χτισμένη πάνω σε απότομες κορυφογραμμές βουνών  που χωρίζονταν από σχεδόν κάθετα φαράγγια. Η πόλη της θύμισε φωτογραφίες που είχε δει από το Ρίο ντε Τζανέιρο στη Βραζιλία κα όπως και στο Ρίο, υπήρχαν κι εδώ μακριά λεπτά τόξα που συνέδεαν τα φαράγγια. Αλλά δεν υπήρχαν δέντρα ή βλάστηση κανενός είδους. Είδε επίσης πολλά μπαλκόνια και πλατιούς εξώστες να εξέχουν από τα κτίρια που ήταν χτισμένα στις πλαγιές των γκρεμών. Δεν είδε όμως σκάλες, παρά σπάνια, και σκέφτηκε ότι, φυσικά, οι Φερρουμάρι δεν θα τις χρειάζονταν αφού μπορούσαν να πετάνε.

Η Πολυδόρα έφτασε στα ψηλότερα επίπεδα των γκρεμών αλλά έμεινε κοντά στα τοιχώματα, ώστε να μην δουν την πτήση τους εχθρικά μάτια. Παρόλα αυτά, ο Σαμ είχε δίκαιο. Τα ανώτερα διαζώματα της πόλης ήταν πολύ πιο φωτεινά αλλά και ανεμοδαρμένα. Ακόμα κι η Πολυδόρα δεν μπορούσε να αποφύγει κάποιες απότομες, κακές για το στομάχι, αλλαγές πορείας από τις δυνατές ριπές του ανέμου. Η Τζιλ έσφιξε πάνω της την κάπα της για να κρατηθεί ζεστή. Γρήγορα, όμως,  μπορούσε να ξεχωρίσει τις στέγες και την πλατεία που είχε περιγράψει ο Σαμ. Το βουνό συνέχιζε να ορθώνεται ψηλότερα στο πίσω μέρος της πλατείας και εκτός από τις πέτρινες κολώνες υπήρχαν παγκάκια και γλάστρες διάσπαρτα στο χώρο.

«Ώστε ήταν κάτι σαν κήπος,» σκέφτηκε η Τζιλ.

«Ναι, ήταν,» απάντησε με τη σκέψη η Πόλυ, « αλλά πριν πολλούς αιώνες. Πολύ πριν να βγω στον κόσμο από το μέρος που με είχαν κρύψει οι γονείς μου. Αλλά έχω δει εικόνες του πώς ακριβώς ήταν, μια φορά κι ένα καιρό…»

Προς μεγάλη έκπληξη της, η Τζιλ είδε ξαφνικά αμυδρές εικόνες να περνούν απ’ το μυαλό της. Οι γλάστρες ήταν γεμάτες με θάμνους κάθε χρώματος του ουράνιου τόξου. Κάποιοι είχαν μεγάλα κυκλικά φύλλα και άλλοι της θύμισαν κλαίουσες ιτιές ή κερασιές που φυλλοροούν. Υπήρχαν ψηλά φυτά σαν φοίνικες και κισσοί που σέρνονταν χαμηλά. Παρά τα έντονα χρώματα η συνολική εικόνα ήταν ευχάριστη κι η Τζιλ σκέφτηκε ότι οι Φερρουμάρι πρέπει να είχαν μεγάλο ταλέντο στη χρήση του χρώματος, της υφής και του σχήματος.

«¨Υπήρχαν, όντως, πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες στο το λαό μου,» σκέφτηκε η Πόλυ στη Τζιλ. «Και μπορώ να σου δείξω κάποια από τα έργα τους στις πινακοθήκες και τα μουσεία που γλύτωσαν από τις σκοτεινές μέρες…»

Η Τζιλ ένοιωσε ένα κύμα τρόμου να έρχεται από τη Φερρουμάρι και συνειδητοποίησε το πόσο αναστατωμένη πρέπει να ήταν η Πόλυ, από το ότι ο κόσμος της είχε κακοποιηθεί.

«…φυσικά, αφού έχουμε λύσει το μυστήριο του ποιός άλλος μπορεί να έχει έρθει εδώ».

Τώρα όμως, η Τζιλ είδε τον Σαμ και τον κ. Λουκ στην πλατεία. Ο Σαμ στεκόταν δίπλα στον λαμπυρίζοντα τοίχο που περιέβαλε την πλατεία. Τους κοίταζε να πλησιάζουν πετώντας, ενώ ο κ. Λουκ καθόταν σε ένα απ’ τα πέτρινα παγκάκια. Η Πόλυ προσγειώθηκε απαλά δίπλα τους και άφησε κάτω την Τζιλ.

Η κ. Λουκ μασουλούσε πάλι μια πλάκα σοκολάτας. «Νομίζω πως την επόμενη φορά θα πάω απ’ τη σκάλα,» είπε ανάμεσα στις μπουκιές.

«Αυτό θα σου ‘παίρνε βδομάδες,’ είπε ο Σαμ. «Άλλωστε, δεν είδα καμία να οδηγεί εδώ».

«Φυσικά και όχι, Σάμιουελ. Ήταν μια αδύναμη προσπάθεια να αστειευτώ. Οι Φερρουμάρι δεν ασχολήθηκαν και πολύ με τις σκάλες,» είπε ο κ. Λουκ. «Είμαι καλύτερα τώρα. Για να κατέβω όμως, ίσως προτιμήσω ένα σκίτσο…Το να ταξιδεύω σ’ αυτά, ειδικά στα δικά μου, δεν ανακατεύει το στομάχι μου όπως ο Λαβύρινθος».

Τώρα, έστρεψαν κι οι τέσσερις την προσοχή τους στην πλατεία. Ήταν αρκετά μεγάλη και παρά τις ετοιμόρροπες πέτρινες κατασκευές και τη φθορά και τη διάβρωση των πολλών αιώνων, διατηρούσε μιαν απόκοσμη ομορφιά. Υπήρχαν μονοπάτια σχεδιασμένα πάνω στο πολύχρωμο πλακόστρωτο, που στριφογύριζαν ανάμεσα στις γλάστρες και τους πέτρινους μονόλιθους που ήταν διάσπαρτα σ’ όλο το χώρο. Η Τζιλ πρόσεξε πως πάνω σε πολλές πέτρινες κατασκευές υπήρχαν επιγραφές. «Τιλένε;» ρώτησεδυνατά.

«Είναι σύντομες ιστορίες,» είπε η Πόλυ. «Αυτό το μονοπάτι είναι από μόνο του ένας περίπατος πίσω στο χρόνο. Αρχίζει με γεγονότα κοντά στην εποχή της Αποκάλυψης και στη συνέχεια παρακολουθεί την ιστορία του Ορμπαράτους πίσω στους αιώνες μέχρι την εποχή της εξαφάνισης των Αφεντών. Ο επισκέπτης, ή προσκυνητής, όπως τους ονόμαζαν, δεν χρειαζόταν να διαβάσει τις επιγραφές στις κολόνες αν δεν το ήθελε. Όλοι οι Φερρουμάρι είχαν τηλεπαθητικές ικανότητες κι αυτές οι πέτρες έχουν ενσωματωμένους κρυστάλλους που διατηρούν εικόνες, τραγούδια και παραστάσεις από άλλες εποχές. Ο προσκυνητής μπορούσε να βιώσει πραγματικά την ιστορία πέραν του να την διαβάσει. Αλλά τώρα πια οι κρύσταλλοι είναι στο μεγαλύτερο τους μέρος  σιωπηλοί. Αισθάνομαι ελάχιστο από το αρχικό τους περιεχόμενο».

«Βάζω στοίχημα πως χρειάζεται κάποια πηγή ενέργειας για να τους κάνει να δουλέψουν,» είπε ο Σαμ. «Και βάζω και στοίχημα, πως αυτή η πηγή ενέργειας έχει σταματήσει να δουλεύει. Τιλες, κ. Λουκ;»

«Πολύ πιθανόν. Πόλυ, σου φαίνεται κάτι διαφορετικό από τις προηγούμενες επισκέψεις σου;»

«Όχι,» είπε η Πόλυ, « είναι ακριβώς όπως το θυμόμουν».

Μιλώντας, είχαν ακολουθήσει ένα από τα στριφτά μονοπάτια πέρα από τις γλάστρες και τα παγκάκια και πλησίαζαν το γκρεμό στο πίσω μέρος της πλατείας. Η Τζιλ μπορούσε να δει ένα μεγάλο σκίσιμο στη βάση του βράχου και μια τεράστια πύλη. Μια πέτρινη πλάκα έκλεινε την είσοδο και η επιφάνεια της ήταν γεμάτη επιγραφές.

«Περισσότερη ιστορία, υποθέτω,» σκέφτηκε η Τζιλ. Τότε πρόσεξε τους μπλε κρυστάλλους που είχε αναφέρει ο Σαμ. Ήταν μεγάλοι – σχεδόν στο μέγεθος του μισού δολαρίου – και ήταν τοποθετημένοι μέσα στο αντανακλαστικό τζάμι που κυριαρχούσε στον Ορμπαράτους. Είχαν στρογγυλό σχήμα και σχεδόν το ίδιο χρώμα με το ζαφείρι που φορούσε η Τζιλ στο δάχτυλο της. Βρίσκονταν στις δύο πλευρές της πύλης, περίπου στο ύψος των ματιών της Πόλυ.

«Ορίστε, οι δυο πέτρες» είπε ο Σαμ.

«Ναι, αλλά πρέπει να υπάρχει και τρίτη,» απάντησε η Πόλυ. «Κοιτάξτε στο πάνω μέρος της πόρτας».

Κοίταξαν όλοι στο περβάζι πάνω απ’ την πόρτα. Δεν ήταν τόσο προφανές για τον κ. Λουκ, τον Σαμ και τη Τζιλ γιατί δεν ήταν ψηλοί σαν την Πολυδόρα, μπορούσαν όμως να δουν στο λιγοστό  φως που διαχεόταν από τον προεξέχοντα βράχο μια στρογγυλή υποδοχή στο αντανακλαστικό τζάμι. Αλλάδενείχεμέσατηςπέτρα.

«Το τρίτο πετράδι λείπει!» φώναξε η Πόλυ. « Και τώρα θυμήθηκα γιατί αυτό είναι σημαντικό! Πέρα απ’ τις επιγραφές πάνω στην ίδια την πέτρινη πόρτα, υπάρχει κι ένα ποίημα γραμμένο πάνω στο περβάζι. Μιλάει για τις τρεις πέτρες που ήταν τοποθετημένες εδώ αρχικά».

«Τι λέει το ποίημα; Μπορείς να μας το μεταφράσεις;» ρώτησε ο κ. Λουκ

Η Τζιλ μάλλον αισθάνθηκε παρά άκουσε τις σκέψεις της Πόλυ, καθώς προσπαθούσε να συνθέσει το ποίημα στα Αγγλικά.

Η πρωτότυπη γλώσσα του Ορμπαράτους πρέπει να ήταν πολύ όμορφη να την ακούς, σκέφτηκε η Τζιλ. Αλλά ο τόνος αυτών των στίχων ήταν σκοτεινός και δυσοίωνος.

«Να τι λέει,» είπε η Πόλυ, «αν και η μετάφραση είναι πρόχειρη. Ο αυθεντικός στίχος στη γλώσσα μου μεταφέρει μεγάλη εξουσία. Είναι λόγια προειδοποίησης και προσταγής, αλλά μεταφράζονται κάπως έτσι:

 

Τρεις πέτρες ευλογημένες τους θρόνους σφραγίζουνε ψηλά,

Στων Φερρουμάρι το λόγο στηριγμένες, πάντα καλά να τις φυλά,

Τους Αφεντάδες μέσα στο βράχο κοιμισμένους κρατάνε καλά,

Με αλυσίδες βαριές τυλιγμένους, τα κρύα να φοράνε σάβανα.

Μα αν των Φυλάκων η γενιά η μεγάλη μια μέρα ξαφνικά χαθεί,

Αυτοί θα ξυπνήσουν και όλους η μοίρα η κακιά θα μας βρει,

Με τρόμου πράξεις μαύρες σαν αυτές που παλιά είχαν γενεί,

Αν η πέτρα που την πόρτα σφραγίζει δεν μείνει για πάντα κρυφή.

 

«Μα τι σημαίνει αυτό;» ρώτησε ο Σαμ.

«Σημαίνει,» είπε ο κ. Λουκ αφού σκέφτηκε μερικές στιγμές, «ότι πολύ πιθανά βρισκόμαστε σε σοβαρό κίνδυνο».

Ούτε που είχαν βγει οι λέξεις από το στόμα του κ. Λουκ, όταν όλοι τους άκουσαν έναν ήχο σαν μακρινό κεραυνό, που δυνάμωνε και δυνάμωνε. Καθώς βροντούσε γύρω τους, ένοιωσαν τις πέτρες κάτω απ’ τα πόδια τους ν’ ανασηκώνονται και να λυγίζουν.

«Σεισμός!» φώναξε ο κ. Λουκ. «Γρήγορα, φύγετε μακριά απ’ τη πόρτα και πηγαίνετε στην ανοιχτή πλατεία!»

 

Η συνέχεια, όπως πάντα, την επόμενη Παρασκευή.

Για το πρωτότυπο κείμενο κοιτάξτε εδώ: http://jefmurray.com/framerunners/coa_episode/in-the-company-of-angels-episode-5-2-orbaratus-cont/