Στη Συντροφιά των Αγγέλων, επεισόδιο 7.1 – Η σοφίτα

Μόλις η Τζιλ χαιρέτησε την Πολυδόρα μέσα από την πύλη, το κεφάλι της Φερρουμάρι εξαφανίστηκε από τον πίνακα. Ο ίδιος ο πίνακας εξακολουθούσε να λάμπει απαλά κι έδειχνε τώρα την πλατεία, όπου εκείνη, ο Σαμ κι η Πόλυ στέκονταν πριν μόλις μια στιγμή. Η σκηνή ήταν ολόιδια με την τωρινή κατάσταση της πλατείας και μέσα στην απλή μπρούτζινη κορνίζα του ο πίνακας έδειχνε σαν εικόνα Αποκάλυψης, πολύ πιο άγριος από την πρώτη εικόνα που τους είχε ταξιδέψει στον κόσμο της Πόλυ.

Όμως η Τζιλ δεν είχε καιρό τώρα να σκέφτεται τον Ορμπαράτους. Γύρισε και κοίταξε τον χώρο που στεκόταν με τον Σαμ. Ήταν κάπως πνιγηρά. Χαλάρωσε την κάπα της και την έσπρωξε πίσω στους ώμους της. Έπειτα πρόσεξε τις οσμές. Παλιό ξύλο, σκόνη και κάτι ακόμα. Κάτιπολύγλυκό.

«Λουλούδια;» αναρωτήθηκε. Κι αμέσως, πολύ καθαρά στο μυαλό της άκουσε τη λέξη “τριαντάφυλλα”. Γύρισε και κοίταξε τον Σαμ. Εκείνος της χαμογέλασε κι είπε ψιθυριστά, «νομίζω ότι μυρίζω τριαντάφυλλα που ανθίζουν! Πρέπει να ‘ναι απ’έξω. Πρέπει να είναι καλοκαίρι εδώ!»

Ήτα μια ανησυχητική στιγμή για τη Τζιλ, γιατί ήταν η πρώτη φορά που έπιανε τη σκέψη από το μυαλό κάποιου άλλου, πλην της Πολυδόρας. Δεν ήξερε αν θα της άρεσε να «κρυφακούει» τους άλλους. Αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να χρησιμοποιεί τις συναισθητικές της ικανότητες επιλεκτικά, να τις αυξομειώνει όπως την ένταση στο ραδιόφωνο ή αν θα κατέληγαν να γίνουν ένα είδος θορύβου στο περιβάλλον, τον οποίο θα έπρεπε να συνηθίσει. Δεν γνώριζε την απάντηση, αλλά σκέφτηκε να ρωτήσει την Πόλυ ή τον κ. Λουκ, μόλις θα γύριζαν στον Ορμπαράτους. Τώρα όμως, είχε άλλη δουλειά να κάνει.

Ο Σαμ χειρονομούσε κι η Τζιλ κατάλαβε ότι της έδειχνε τους πολυάριθμους πίνακες που ήταν στοιβαγμένοι άτακτα στον χαμηλό χώρο. Ήταν ανάκατοι με παλιά έπιπλα, λάμπες, ξύλινες κασέλες, ακόμα και το προσκεφάλι ενός ξύλινου κρεβατιού σε μια γωνιά. Όλα αυτά ήταν καλυμμένα από στρώματα σκόνης, αλλά οι πίνακες ήταν τοποθετημένοι κάθετα, οπότε μπορούσες να δεις καθαρά τις εικόνες αρκετών απ’ αυτούς. Όλες οι εικόνες έλαμπαν με το απόκοσμο φως που η Τζιλ είχε μάθει ν’ αναγνωρίζει. Άνοιξε το χέρι της, έστριψε το δαχτυλίδι και το φως έσβησε αργά.

«Δεν βλέπω ίχνος του κορακιού», ψιθύρισε.

«Όχι, ούτε κι εγώ», είπε ο Σαμ, «αλλά ας ρίξουμε μια ματιά, να δούμε μήπως έχει φτιάξει καμιά φωλιά στις εσοχές εδώ πέρα».

«Αυτό θα ‘ναι δύσκολο σε τέτοιο σκοτάδι», είπε η Τζιλ.

Ο χώρος ήταν αρκετά ψηλός, ώστε να μπορείς να στέκεσαι κοντά στον ένα τοίχο, αλλά τα δοκάρια της οροφής, που είχαν ξύλινες σανίδες καρφωμένες πάνω τους, έγερναν μέχρι το πάτωμα. Στην πιο μακρινή άκρη της γωνίας που σχημάτιζαν τα δοκάρια με το πάτωμα, υπήρχαν φωτεινές ρωγμές στα κεραμίδια κι αυτές έδιναν το μοναδικό φως. Υπήρχαν σκιερές γωνιές, όπου θα μπορούσε εύκολα να είχε πετάξει το κοράκι και ούτε που θα το έπαιρναν χαμπάρι.

Ο Σαμ, όμως, γέλασε πλατιά και τράβηξε από την τσέπη του ένα φακό. «Μην ανησυχείς! Ήμουνα πρόσκοπος», ψιθύρισε. «Το “έσω έτοιμος” δεν μπορεί να είναι μόνο δικό τους σύνθημα. Πρέπει να το υιοθετήσουμε και στους Ταξιδιώτες! Από τότε που βρήκα ένα φακό LED, που οι μπαταρίες του κρατάνε πολλές μέρες, δεν πάω πουθενά χωρίς αυτόν. Θα εκπλαγείς σε το πόσα σκοτεινά μέρη μπορείς να βρεθείς, όταν πηδάς από κορνίζα σε κορνίζα».

Άναψε το φακό και μπόρεσαν να δουν καθαρά τον χαμηλό χώρο σε όλο του το μουχλιασμένο και γεμάτο σκόνη μεγαλείο. Η Τζιλ παρατήρησε ότι η σκόνη στο πάτωμα ήταν σχεδόν απείραχτη. Προφανώς η σοφίτα δεν χρησιμοποιούταν συχνά. Αυτό ήταν καλό γι αυτούς, γιατί σήμαινε ότι θα αργούσαν να τους ανακαλύψουν.

Προχώρησαν προσεκτικά από τον πίνακα του Ορμπαράτους μέχρι την άλλη άκρη του χώρου. Εκεί βρήκαν πρώτα μία και μετά και μια δεύτερη μικρή πόρτα, που υπέθεσαν ότι έβγαζαν σε δωμάτια του σπιτιού. Μετά γύρισαν πίσω, πέρασαν ξανά μπροστά από τον πίνακά τους κι έφτασαν στην άλλη άκρη της σοφίτας. Εκεί βρήκαν ακόμα μια πόρτα. Άρα, η σοφίτα έπιανε όλο το μήκος του σπιτιού.

«Αναρωτιέμαι μήπως είναι πολλά σπίτια στη σειρά κι η σοφίτα βγάζει σε όλα», ψιθύρισε η Τζιλ.

«Δεν ξέρω», είπε ο Σαμ, «κι ελπίζω να μη χρειαστεί να το μάθουμε. Μπορείς να δεις εκεί στη πέρα γωνιά; Έρχεται αρκετό φως από χαμηλά, ένα φωτεινό σημείο. Βάζω στοίχημα ότι είναι τρύπα κι ίσως να βγήκε από κει το κοράκι».

«Αλλά, αν το κοράκι πέταξε μέσα σε κάποιον άλλο πίνακα; Πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον έξι, που θα μπορούσε να είχε πάει. Αν, δηλαδή, κουβαλάειακόματονκρύσταλλο».

“Well, we don’t even know if it has a crystal, but I see what you’re saying, and that would be mighty bad news if you’re right,” said Sam. “On the other hand, there’s one thing we haven’t tried yet. Remember Mr. Luke said to let you have a go at finding the bird; that maybe you could sense where it was even if we couldn’t discover it outright. Wanttogivethatatry?”

«Ναι, αλλά εδώ καλά-καλά δεν ξέρουμε αν έχει κρύσταλλο, αλλά καταλαβαίνω τι λες,κι αν έχεις δίκαιο, αυτά θα ήταν πολύ κακά μαντάτα,», είπε ο Σαμ. «Απ’ την άλλη, υπάρχει κάτι που δεν δοκιμάσαμε ακόμα. Θυμάσαι που μου ‘πε ο κ. Λουκ να σε αφήσω να δοκιμάσεις να βρεις το πουλί; Ότι ίσως να μπορούσες να αισθανθείς που είναι, αν δεν το βρίσκαμε αμέσως; Θεςναδοκιμάσεις;»

Η Τζιλ έγνεψε καταφατικά. «Είμαι καινούργια σ’ αυτό, αλλά πάμε…». Έκλεισε τα μάτια της κι έβαλε τα δυνατά της να αισθανθεί ότι βρισκόταν γύρω της. Ήξερε ότι ο Σαμ ήταν εκεί, αλλά τι άλλο υπήρχε πιο πέρα; Πέρα από τα όρια της σοφίτας; Άκουσε προσεκτικά και προσπάθησε να αισθανθεί την παρουσία κάποιου άλλου.

Στην αρχή δεν μπορούσε να εντοπίσει τίποτα. Αλλά μετά άρχισε να έχει μια αυξανόμενη αίσθηση ότι υπήρχε κάποιο πρόσωπο εκεί κοντά. Υπέθεσε ότι ήταν μια γυναίκα, δεν ήταν όμως σίγουρη. Αυτή η γυναίκα, όποια κι αν ήταν, φαινόταν να είναι απασχολημένη με κάτι. Η Τζιλ έστησε “αυτί”. “Άκουσε” τμήματα από τις σκέψεις της γυναίκας.

«Όλη αυτή η σκόνη…πρέπει να βάλω μπρος το τσάι σύντομα..πού στο καλό έβαλα το φαράσι;»  Η Τζιλ αυτά τα βίωσε περισσότερο σαν περαστικές εικόνες παρά σαν λέξεις. Της φάνηκαν σαν λόγια που κάποιος μουρμουρίζει μόνος του την ώρα που συγυρίζει μέσα στο σπίτι.

«Νομίζω ότι υπάρχει μια οικονόμος, ή κάτι τέτοιο, εδώ κοντά. Ίσως στο δωμάτιο πίσω απ’ την πόρτα», ψιθύρισε στο Σαμ.

«Εντάξει. Τίποτα άλλο;» ρώτησε.

Η Τζιλ συγκεντρώθηκε ξανά. Υπήρχε άλλη μια παρουσία, σκέφτηκε, αλλά όχι τόσο απασχολημένη όσο το άλλο άτομο. Κάποιος που συγκέντρωνε την προσοχή του εσωτερικά. «Κι είναι “αυτός”, όχι “αυτή”», σκέφτηκε η Τζιλ. Δεν ήταν κοντά, όμως. Έμοιαζε, μάλλον, να είναι στην άκρη του σπιτιού.

Αλλά τότε, η προσοχή της Τζιλ αποσπάστηκε από το να “ακούει”, γιατί διέκρινε, ή νόμισε ότι διακρίνει, κάτι σαν ταχύτατη κίνηση και είχε το συναίσθημα ότι παρακολουθείτε. Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε προς την πλευρά απ’ όπου αισθάνθηκε να έρχεται η κίνηση.

«Σαμ, κοίτα εκεί πέρα, στο φωτεινό σημείο που μου είπες».

Ο Σαμ γύρισε κι οι δυο μαζί παρακολούθησαν το κομμάτι του φωτός στη γωνία. Μια στιγμή μετά είδαν κίνηση και κάτι που έκανε το φως να χάνεται και να ξαναεμφανίζεται. Ο Σαμ έστρεψε το φακό του προς το φωτεινό σημείο κι αυτός άστραψε πάνω στα χάντρινα μάτια του κορακιού, που είχε προφανώς μόλις μπει πετώντας στη σοφίτα.

«Νάτο!» φώναξε ο Σαμ, ξεχνώντας να ψιθυρίσει. Το κοράκι πάγωσε στο φως για μια στιγμή, αλλά μετά έτριψε και βούτηξε μέσα από την τρύπα στα κεραμίδια.

«Π’ ανάθεμα το!» είπε ο Σαμ και χτύπησε κάτω το πόδι του.

«Σσσς!», ψιθύρισε η Τζιλ, αλλά ήταν πολύ αργά. Μπορούσε ήδη ν’ ακούσει βήματα ακριβώς έξω από τη πόρτα δίπλα τους, και μια στιγμή αργότερα, το χερούλι γύρισε και φως πλημύρισε από το πέρα δωμάτιο. Μια μεσόκοπη γυναίκα, ελαφρώς γεματούλα, στεκόταν στην ανοιχτή πόρτα και τους κοίταζε έντονα.

«Ω!», είπε. «Με τρομάξατε τόσο πολύ! Ο Καθηγητής δεν είπε τίποτα για παιδιά στο σπίτι. Αλλά που αφήσατε τα πράγματα σας; Και τι στο καλό κάνετε σ’ αυτή τη παλιά μουχλιασμένη σοφίτα;»

«Ε, να, εμείς..» είπε η Τζιλ.

«Κι’ αμερικανάκια μάλιστα!» είπε η γυναίκα. «Λοιπόν, για βγείτε από κει μέσα, πουλάκια μου. Θα χρειαστεί να σας στρώσω και κάπου να κοιμηθείτε, υποθέτω. Ο Καθηγητής είναι τόσο απασχολημένος με τη δική του δουλειά. Μ’ έχει στη τσίτα, μ’ έχει, που δεν λέει ποτέ ποιός θα ‘ρθει για φαί ή….Αλλά δεν είναι δικό σας πρόβλημα, πουλάκια μου. Ελάτε έξω και θα ρωτήσω τον Καθηγητή να μου πει πού να σας βάλω, αν και μάλλον θα είναι στο παιδικό δωμάτιο, φαντάζομαι. Ξέρετεπόσοκαιρόθαμείνετεμαζίμας;»

Ο Σαμ κι η Τζιλ δεν είχαν άλλη επιλογή από το να ακολουθήσουν την πληθωρική γυναίκα έξω από το χώρο της σοφίτας, στο διπλανό δωμάτιο. Ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο, πολύ φωτεινό.  Ακολούθησαν την οικονόμο σ’ έναν διάδρομο εκεί απ’ έξω, και μετά σ’ ένα άλλο δωμάτιο πέρα από το κεφαλόσκαλο της σκάλας που οδηγούσε στον κάτω όροφο.

Η γυναίκα χτύπησε την πόρτα. «Καθηγητά, είμαι εδώ με τα δυο παιδιά. Ναταβάλωστοπαιδικόδωμάτιο, ωςσυνήθως;»

Ο Σαμ κι Τζιλ δεν άκουσαν τίποτα για ένα λεπτό,  αλλά μετά η πόρτα του δωματίου άνοιξε κι ένας ψηλός μεσήλικας με μαλλιά που υποχωρούσαν στάθηκε στο κατώφλι. Πίσω του, το δωμάτιο έμοιαζε να είναι κάποιο είδος γραφείου ή βιβλιοθήκης.

«Κα Μίλερ, έχετε την καλοσύνη να εξηγηθείτε, παρακαλώ; Δεν υπάρχουν παιδιά στο σπίτι, απ’ όσο γνωρίζω. Αυτό όλο το θέμα τελείωσε πριν μήνες».

«Καλά, τότε πώς τα δικαιολογείτε τούτα;» ρώτησε η κ. Μίλερ.

Ο Καθηγητής κοίταξε πίσω από τη κ. Μίλερ τη Τζιλ και το Σαμ και προφανώς ξαφνιάστηκε. «Μη χειρότερα! Δεν τα έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου!»

Η συνέχεια ακολουθεί την επόμενη Παρασκευή, όπως πάντα.

Για το πρωτότυπο κείμενο: jefmurray.com/framerunners/the-stories/