Τόλκιν ο μυθοπλάστης, – Μέρος ΄Γ

Μέρος τρίτο της παρουσίασης, σε τρία μέρη, του έργου του Τόλκιν από τον κ. Λ.Α. Βλαχόπουλο, σύμβουλο Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, στο περιοδικό Φρέαρ τον Νοέμβριο 2015.

Ποιος τελικά ήταν ο Τόλκιν; Τι ήθελε / πρέσβευε;

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το έργο του είναι πρώτα και πάνω από όλα μετασχηματισμός της ψυχικής του συσκευής (όπως θα έλεγε ο Φρόυδ) ή αλλιώς «κομμάτι της ψυχής του». Μεταξύ άλλων ήταν και βαθιά ρομαντικός. Στο Σιλμαρίλιον περιγράφει την ιστορία δύο ερωτευμένων, του Μπέρεν και της Λούθιεν. Αυτά τα ονόματα επέλεξε να υπάρχουν πάνω στην ταφόπλακα της συζύγου του και της δικής του, μαζί με τα αληθινά τους.

Ήταν καθηγητής γλωσσολογίας στο Κολλέγιο της Οξφόρδης από το 1925 έως το 1959. Παρέδιδε από 70 έως 130 μαθήματα κάθε έτος, όταν είχε τυπική υποχρέωση μόνο για 36. Μπορούσε να είναι πολύ τυπικός-παραδοσιακός ή να μετατρέψει την αίθουσα διδασκαλίας σε mead – hall (η κεντρική τραπεζαρία σε κοινότητες Βίκινγκ, με άφθονη μπύρα / mead) όπως έλεγαν οι φοιτητές του, όταν το έκρινε.

Ήταν βετεράνος αξιωματικός του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και συμμετείχε σε μερικές από τις πιο αιματηρές μάχες (όπως του Somme). Τα κατεστραμμένα τοπία, η ανθρώπινη τραγωδία του πολέμου και της καταστροφής που περιγράφει στα έργα του, ήταν κάτι που είχε ζήσει…

Ήταν διάσημος και αποδεκτός από τους Ναζί επειδή ακριβώς υμνούσε το γοτθικό πνεύμα, αλλά ο ίδιους τους αντιπαθούσε και δεν το έκρυβε, για τον ίδιο-αντίστροφα λόγο: θεωρούσε πως πρόσβαλλαν το ορθό πνεύμα των Βίκινγκ, της ανδρείας κτλ. Σε κάποια επιστολή του προς έναν Γερμανό εκδότη που τον ρωτούσε αν είναι Άρειος δήλωσε πως «λυπάται πολύ που δεν έχει κανέναν Εβραίο πρόγονο».

Ο Τόλκιν έγραψε: « «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών” είναι φυσικά μια θεμελιωδώς θρησκευτική και Καθολική ιστορία. Ασυνείδητα στην αρχή, αλλά συνειδητά στη συνέχεια». Διότι, «ο αγών, που έχομεν αναλάβει, δεν είναι αγών προς ανθρώπους με αίμα και σάρκα, αλλά προς τας πονηράς αρχάς και εξουσίας, προς τα πλήθη των πονηρών πνευμάτων, προς τους καταχθονίους κοσμοκράτορας, που κυριαρχούν επί ανθρώπων ευρισκομένων στο βαθύ σκότος του αμαρτωλού τούτου αιώνος. Ο αγών μας διεξάγεται εναντίον των πνευματικών αυτών πονηρών όντων και γίνεται χάριν της κληρονομίας της βασιλείας των ουρανών”. (προς Εφεσίους, 6:12)

Ο Τόλκιν φτιάχνει έναν κόσμο με όλα τα καλά και τα κακά, τα ορθά και τα λάθος του δικού μας κόσμου. Και με μια επική μάχη απέναντι στο κακό.

Η μάχη από μόνη της δεν κάνει το έργο θρησκευτικό-χριστιανικό, αλλά ο τρόπος που βλέπει αυτή τη μάχη ο Τόλκιν, το κάνει: Η μάχη γίνεται, γιατί η δημιουργία ως έχει δεν αρέσει σε κάποιους που τη θέλουν σκοτεινή.

Η μάχη γίνεται γιατί η ελευθερία που έχει δώσει στα όντα του ο Ένας (και κυρίως η ελευθερία που έχει δώσει στους ανθρώπους) δεν αρέσει σε κάποιους.

Η μάχη γίνεται γιατί η καταστροφή, η ερήμωση, ο θάνατος, ο αυταρχισμός και η δικτατορία δεν είναι κατά τον Ένα ο ορθός τρόπος να διαφεντεύονται τα όντα του.

Η μάχη γίνεται γιατί ο κόσμος δεν είναι εγωιστική ιδιοκτησία κανενός, αλλά ο άρχοντας του κακού πάσχει από διαστροφή του συναισθήματος της ιδιοκτησίας. Τα θέλει όλα για τον εαυτό του, εγωιστικά, δυναστευτικά κι αν δεν μπορεί να τα έχει τότε θέλει να μην υπάρχει τίποτε!

Η μάχη γίνεται γιατί το κακό δεν μπορεί να δημιουργήσει: μόνο να διαστρεβλώσει, να διαφθείρει και να καταστρέψει.

Καθώς η μάχη μαίνεται, τα όντα αρχίζουν να συνειδητοποιούν πως είναι κομμάτια ενός πολύ μεγαλύτερου παζλ, ενός σχεδίου. Λέει ο Γκανταλφ σε ένα μικρό χόμπιτ: «Δεν πιστεύεις στ’ αλήθεια πως όλες οι περιπέτειές σου και η επιβίωσή σου είναι αποτέλεσμα απλά τύχης, μόνο και μόνο για το προσωπικό σου κέρδος; Στο κάτω-κάτω δεν είσαι παρά μια μικρή ύπαρξη σ’ έναν μεγάλο κόσμο.»

Καθώς η μάχη μαίνεται οι ήρωες του φωτός ενδυναμώνονται από όπλα του καλού: «Ενδυθήτε όλα τα όπλα του Θεού, δια να ημπορήτε να αντισταθήτε εις τας δολίας και πονηράς μεθόδους και παγίδας του διαβόλου«.  (προς Εφεσίους, 6:11)

Οι ήρωες μας επικυρώνουν την συμμαχία τους πίνοντας από ένα κοινό ποτήρι (στο Μέντουσελντ), ενώ σε άλλη ανάλογη στιγμή γίνονται αποδέκτες ενός ξωτικό-ψωμιού, που μια μπουκιά μόνο μπορεί να δώσει δύναμη για πολύ καιρό…

Η Ιδεολογία στη Μέση-γη αντανακλά μια κοινοτική ιεραρχική ηθική και όχι τον ατομικισμό. Δεν υπάρχει δημοκρατία στη Μέση-γη. Υπάρχουν πνευματικοί ηγέτες, όπως ο Γκάνταλφ και οι βασιλείς, όπως ο Θέοντεν και ο Ελέσαρ, με άρχοντες και υπηκόους. Δεν προασπίζεται πουθενά την ατομικότητα, την ατομική επιλογή, και δεν υπάρχει δικαιολογία για ένα άτομο να ακολουθήσει τη συνείδησή του. Όλοι οι υπηρέτες του κακού ακολουθούν χωρίς καμιά αντίρρηση τον αρχηγό τους, που και αυτός είναι δέσμιος των παθών του. Αντίστοιχα, όλοι οι στρατιώτες του φωτός επιδεικνύουν μεν πρωτοβουλίες, αλλά μέσα στα όρια του συνολικού καλού και ακολουθούν τους (λιγότερο ή περισσότερο) πεφωτισμένους αρχηγούς τους που και αυτοί υποτάσσονται στο θέλημα του Έρου.

 

Ο νεαρός που γεννήθηκε στη Νότιο Αφρική, που έμεινε ορφανός από τα 12 του, βλέπει τον κόσμο «σαν κάτι ελάχιστα καλύτερο από την βιβλική Βαβέλ, γεμάτο θόρυβο και σύγχυση» σε μια επιστολή του το 1969. Κι όμως, σε όλη του τη ζωή, σε όλα του τα έργα, ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές, υπάρχει κάπου λίγο φως, κάτι καλό, για το οποίο με πίστη, αξίζει κανείς να αγωνιστεί. «Το φως άναψε!» λέει σε μια αγαπημένη ατάκα ο Γκάνταλφ.

Οι ήρωες έχουν ψυχολογικό βάθος, οι συγκρούσεις είναι επικές, αλλά και τόσο… ανθρώπινες, ακόμα κι όταν περιλαμβάνουν Ορκ και Ξωτικά, και η ζωή στη Μέση-γη είναι τρομακτική και όμορφη μαζί, δηλαδή βαθιά αληθινή.

Το μόνο πραγματικό πρόβλημα με τις ιστορίες του Τόλκιν μοιάζει να είναι πως… σε αφήνουν με την αίσθηση πως θα ήθελες κι άλλες!

Τι αρέσει, λοιπόν, τόσο πολύ σε αυτό το έργο;

Κατ’ αρχήν στη διάδοση βοήθησε άπειρα όχι απλώς ο κινηματογράφος, αλλά οι σύγχρονες δυνατότητες που αυτός έχει. Το έργο του Τόλκιν είναι διαχρονικό κι έχει επηρεάσει πολλούς άλλους συγγραφείς ως και δημιουργούς video-games, αλλά η πλατιά διάδοση σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού έγινε με τις εκπληκτικές ταινίες του Πήτερ Τζάκσον. Είχαν γίνει και παλιότερα προσπάθειες να αποδοθεί κινηματογραφικά ο «Άρχοντας” με πολύ περιορισμένη επιτυχία, καθώς είναι πολύ δύσκολο να αποδοθεί ο υπέροχος, μεγαλοπρεπής, αλλά και αληθοφανής κόσμος του Τόλκιν στην οθόνη. Όταν οι οικονομοτεχνικές συνθήκες το επέτρεψαν, το αποτέλεσμα ήταν μαγικό.

Οι λόγοι της επιτυχίας όμως εκτείνονται πέρα από το οπτικό κομμάτι. Η Μέση-γη και τα όντα της έχουν στοιχεία αληθοφάνειες που παίζουν με το μυαλό μας και μετατρέπουν αβίαστα το παραμύθι σε μύθο. Αλλά ταυτόχρονα κρατούν κάτι πολύ-πολύ σημαντικό: τον εύκολο διαχωρισμό ανάμεσα στο καλό και το κακό. Το κακό είναι κυρίως εξωτερικό και είναι κυρίως άσχημο, και μιλάει άσχημα και ζει και σε άσχημη χώρα, το βλέπουμε, το ακούμε, το οσμιζόμαστε. Ακόμα και να παρασυρθώ, είναι σχετικά εύκολο να το καταλάβω και να ταχθώ με το καλό που είναι όμορφο, μιλάει υπέροχη γλώσσα και ζει σε υπέροχη χώρα. Ακόμα και τα φρούρια ή τα όπλα του κακού είναι σχεδιασμένα να δηλώνουν την πλευρά τους, με κεφάλια δαιμόνων με μαύρο μέταλλο ή πέτρα κτλ.

Μπορούμε λοιπόν όχι μόνο να ταυτιστούμε, αλλά να ταυτιστούμε εύκολα και με τη σωστή μεριά. Αντίθετα, στον αληθινό κόσμο, προπύργιο του καλού και του κακού είναι ο καθένας μας και πολλές φορές το κακό είναι πολύ δύσκολο να το διακρίνει κανείς, ενώ αντίστοιχα άλλες φορές ακόμα και η ειλικρινής προσπάθεια για κάτι κοινά αποδεκτό ως καλό μπορεί να καταλήξει σε κακό. Έτσι όχι μόνο τα άτομα, αλλά και η κάθε σκέψη, η κάθε ενέργεια μπορεί να εμπεριέχει τον σπόρο και του φωτός και του σκοταδιού και όλων των αποχρώσεων του γκρι ανάμεσά τους. Ο αληθινός κόσμος δεν είναι τόσο αυστηρά δυϊκός και χρειάζεται η σοφία ενός πολύ πιο περίπλοκου Θεού για να τον ξεδιαλύνει.

Υποσυνείδητα ή και ενσυνείδητα θα θέλαμε να μπορούσαμε να κάνουμε το καλό και να αποφύγουμε το κακό τόσο απλά… ούτε εξομολόγους δεν θα χρειαζόμασταν, ούτε ψυχολόγους ίσως. Αυτή μας η επιθυμία έχει δημιουργήσει και αρκετά προβλήματα, μαζί με στερεότυπα, όπως ότι το άσχημο είναι πάντα κακό και το όμορφο πάντα καλό, ενώ απλά, μπορεί να υπάρχουν και εξαιρέσεις. Αυτή όμως η συζήτηση θα μας έβαζε σε άλλο δρόμο και σίγουρα θα μας έβγαζε από τη μαγεία της Μέσης-γης, από την οποία μας βγάζει θέλοντας και μη η πραγματικότητα, οπότε … ας μη βιαστούμε κι ας παραμείνουμε λίγο ακόμα, μην ξεχνάμε παραμυθέω=παρηγορώ.

 

Λάζαρος Αργυρίου Βλαχόπουλος
Σύμβουλος Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής