Top

Framerunners 1.1

Οι Ταξιδιώτες της Κορνίζας – Στη Συντροφιά των Αγγέλων 1.1

Επισόδειο 1 – Ένας θόρυβος από τη βιβλιοθήκη

Όλα άρχισαν ένα κρύο πρωινό του Φλεβάρη στο Τσέλσυ Χάιτς.  Η Τζιλ Τζόνσον καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας  και παρακολουθούσε τα πουλιά στην εξωτερική ταΐστρα, με τα ξανθά μαλλιά της να γυαλίζουν στην πρωινή λιακάδα. Ήταν δυο κορυδαλλοί, ένας αρσενικός κι ένας θηλυκός, που φτερούγιζαν με ταχύτητα πέρα-δώθε ανάμεσα στην ταΐστρα και τη γυμνή συκιά στην μπροστινή αυλή.  Θύμιζαν στη Τζιλ τα χριστουγεννιάτικα στολίδια, που εκείνη κι η μητέρα είχαν μαζέψει μόλις πριν μια βδομάδα.

Απότομα, η Τζιλ ξαφνιάστηκε από ένα δυνατό γδούπο και ένα κρότο. Οι θόρυβοι έρχονταν από το πίσω μέρος του σπιτιού και εκείνη πετάχτηκε πάνω για να δει τι είχε κάνει πάλι ο σκανταλιάρης  γάτος της, ο Φουντούκης.

Η Τζιλ ζούσε με τη μητέρα της σ’ αυτό το σπίτι, στο νούμερο 1513 της οδού Βίντα.  Ήταν μια μικρή αλλά όμορφη εξοχική κατοικία. Η Τζιλ είχε το δικό της μικροσκοπικό υπνοδωμάτιο στον πάνω όροφο κι η μητέρα είχε μετατρέψει το περισσευούμενο δωμάτιο στο πίσω μέρος της σκάλας σε βιβλιοθήκη μόνο γι αυτήν.

Δυο τοίχοι του δωματίου ήταν καλυμμένοι από ράφια που έτριζαν κάτω από το βάρος των αγαπημένων της βιβλίων: Τα Χρονικά της Νάρνια, Η Πριγκίπισσα και το Τελώνιο, Το Χόμπιτ,  Μια Ρυτίδα στο Χρόνο,  Ο Άνεμος στις Ιτιές.  Αυτά ήταν κάποια  από τα πολλά βιβλία της συλλογής της, όμως αγαπούσε  και τα μυστήρια και τις ιστορίες για άλλους κόσμους και ανυπομονούσε να φτάσει η εποχή που θα ήταν αρκετά μεγάλη, ώστε να μπορεί να διαβάσει βιβλία, που τώρα η μητέρα της θεωρούσε πολύ δύσκολα γι αυτήν.

Η Τζιλ μάζευε κι αφίσες και σχέδια των αγαπημένων της χαρακτήρων και σκηνών από τα βιβλία. Αυτά σκέπαζαν ότι λίγο χώρο έμενε ελεύθερος από τα ράφια.  Ο Φλέτζ , το Φτερωτό Άλογο, πετούσε πάνω από την Νάρνια, ο Μπίλμπο Μπάγκινς περπατούσε στο Σάιρ, ο Τυφλοπόντικας κι ο Αρουραίος έσπρωχναν τη σχεδία τους στο ποτάμι. Είχε κι ένα πίνακα, που τον αγαπούσε αλλά που δεν έμοιαζε να ανήκει σε κάποιο συγκεκριμένο παραμύθι. Ήταν απλά μια όμορφη σκηνή κάποιας καλοκαιρινής μέρας, με μια ροζιασμένη δρυ κι ένα παιδάκι να κάθεται από κάτω της. Έπαιζε ένα είδος φλάουτου. Πίσω απ’ το παιδί  απλωνόταν ένα ποτάμι και το τριγύριζαν διάφανες, νεραϊδίσιες μορφές που φαίνονταν να χορεύουν καθώς εκείνο έπαιζε.

Τώρα όμως  η Τζιλ ήταν ξαφνιασμένη και λίγο προβληματισμένη από τους ήχους που έρχονταν από τη βιβλιοθήκη. Ο Φουντούκης συχνά αναστάτωνε τα ράφια της. Ένας Θεός ήξερε πόσες φορές το είχε κάνει! Αλλά αμέσως πρόσεξε πως ο Φουντούκης καθόταν ατάραχος  κοντά στο πιάτο του,  κοιτώντας περίεργα  προς το διάδρομο.  Άρα, κάτι άλλο πρέπει να συνέβη και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να πάει να δει.

«Έλα, Φουντούκη, πάμε να δούμε αν έσπασε τίποτα,» είπε. Ο Φουντούκης την αγνόησε και έμεινε κολλημένος δίπλα στο πιάτο του.

Η Τζιλ βγήκε από την κουζίνα, αλλά μετά σταμάτησε. Άκουσε κι άλλους ήχους από το πίσω μέρος του σπιτιού. Τώρα είχε φοβηθεί λίγο. Σκέφτηκε πως ίσως να είχε μπει μέσα κάποιο ρακούν ή ακόμα κι ένας κλέφτης. Και ήταν τελείως μόνη της στο σπίτι! Κοίταξε γύρω της και άρπαξε μια σκούπα από το ντουλάπι. Ύστερα, αλαφροπάτησε αργά κατά μήκος του διαδρόμου προσπαθώντας να μην κάνει τον παραμικρό θόρυβο.

Προχώρησε προσεκτικά μέχρι την πόρτα του δωματίου, αλλά δεν έμοιαζε να κινείται τίποτα μέσα. Μόλις που άρχισε να χαλαρώνει, όταν ακούστηκε ένας δεύτερος κρότος και ένα δυνατό «Ωχ!» πίσω απ’ την πόρτα. Πατώντας στις μύτες πλησίασε και κρυφοκοίταξε μέσα.

Στο πάτωμα βρισκόταν ξαπλωμένος ένας άντρας, με την πλάτη του στον τοίχο και τα μακριά του πόδια απλωμένα. Δίπλα του στεκόταν ένα αγόρι με μαύρα κατσαρά μαλλιά, που φορούσε ένα τσαλακωμένο φούτερ. Το γραφείο, που ήταν ένα βαρύ παλιομοδίτικο έπιπλο φτιαγμένο από έναν ηλικιωμένο θείο της Τζιλ, είχε μετακινηθεί σχεδόν μέχρι τη μέση του δωματίου. Έμοιαζε σαν κάποιος ή κάτι να είχε εκσφενδονιστεί  σαν βολίδα στο χώρο και να το χτύπησε στο πλάι, σπρώχνοντας το και αφήνοντας χαρακιές στο ξύλινο πάτωμα.  Και βέβαια, περίπου κάτι τέτοιο είχε συμβεί. Ο άνθρωπος στο πάτωμα έτριβε το μέτωπο του και μόρφαζε. Το αγόρι κοιτούσε στο τοίχο πάνω από τον άντρα. Εκεί κρεμόταν ένας μεγάλος πίνακας, σε μέγεθος αφίσας, που έδειχνε έναν Κένταυρο σε κάποιο δάσος της Νάρνια.

Τότε ακριβώς, ο άντρας κοίταξε πάνω και την είδε. «Ω! Συγνώμη! Δεν ξέραμε ότι ήταν κάποιος στο σπίτι!»

Το αγόρι γύρισε και είπε «Τζιλ!» τη ίδια στιγμή που εκείνη είπε «Σαμ!»

Ο άντρας κοίταξε και τους δυο τους. «Ω, γνωρίζεστε;»

«Έτσι θα ‘λεγα!» είπε ο Σαμ. «Η Τζιλ είναι στη τάξη μου. Είναι φίλη μου.»

«Α, τότε, αυτό είναι καλό, δεν χρειάζεται να ανησυχούμε για τίποτα. Μόλις χτύπησα το κεφάλι μου, βλέπετε..». Ο άντρας έδειξε στη Τζιλ το καρούμπαλο στο μέτωπο του, που φαινόταν πολύ κόκκινο και πρησμένο.

«Ναι, και παρά λίγο να με λειώσεις όπως έμπαινες,» είπε ο Σαμ, θυμωμένα.

«Όμως ποιος είστε;» ρώτησε η Τζιλ, « και τι στο καλό κάνετε κι οι δυο σας στη βιβλιοθήκη μου;»

«Α, ναι, αυτό…», ο άντρας σηκώθηκε αργά από το πάτωμα, στηριζόμενος στον τοίχο. Ήταν ψηλός, έδειχνε γύρω στα είκοσι και είχε μακριά μαλλιά κι ένα λεπτό κοντοκομμένο μούσι. Τίναξε τα ρούχα του. Φορούσε ένα μακρύ πανωφόρι, που θύμισε στη Τζιλ τον Σέρλοκ Χολμς.

«Ονομάζομαι Λουκ. Λουκ Λέστερ».  Έτεινε το χέρι του στη Τζιλ, που δεν κουνήθηκε από τη θέση της κοντά στην πόρτα. Στην πραγματικότητα, κρατούσε ακόμα τη σκούπα μπροστά της για να τους δείξει ότι ήταν οπλισμένη.

«Ωχ, έλα Τζιλ, ……………Δεν είμαστε εδώ για να σου κάνουμε κακό!» είπε ο Σαμ.

«Τότε γιατί είσαστε εδώ;»

«Λοιπόν, ναι, νομίζω πως είναι μάλλον έκπληξη γι αυτήν , Σαμ» είπε ο Λουκ, «και δεν σε κατηγορώ που είσαι επιφυλακτική, αγαπητή μου. Επέτρεψε μου να ζητήσω συγνώμη για την ακαταστασία.» Ο Λουκ κοίταξε προς το γραφείο και με τη βοήθεια του Σαμ το έσπρωξε πίσω στη θέση του. «Κυνηγούσαμε, λοιπόν, κάποιον και…εμ..νομίζαμε ότι τον είδαμε να μπαίνει στη βιβλιοθήκη από ένα…εμ…από ένα παράθυρο».

«Αλλά το παράθυρο είναι κλειδωμένο,» είπε η Τζιλ, «και έχουμε και σύστημα συναγερμού.»

Ο Λουκ κοίταξε το παράθυρο, εξακολουθώντας να τρίβει το μέτωπο του. «Ναι, αυτό μοιάζει να είναι αλήθεια. Υποθέτω, ότι ίσως να μην λειτούργησε ο συναγερμός; Όμως, αυτός ο τύπος ήταν σίγουρα μέσα στο σπίτι σου, βλέπεις, και είχε κάτι που…να…κάτι που φοβόμασταν πως μπορεί να του κάνει κακό, αν δεν το παίρναμε πίσω.  Κάτι που μάλλον είχε βρεθεί στην κατοχή του…εμ…τυχαία». Σταμάτησε για μια στιγμή. «Δεν είδες, ας πούμε, κανέναν ξένο στο σπίτι σου σήμερα, είδες;»

«Εννοείτε, άλλον από εσάς;»

«Ε…ναι…άλλον από μένα, μια και ήδη γνωρίζεις τον Σαμ.»

«Όχι, λοιπόν, δεν είδα. Αλλά δεν νομίζω ότι αυτό έχει σημασία. Πρέπει να φύγετε και οι δύο. Η μητέρα μου επιστρέφει σπίτι όπου να ‘ναι και νομίζω θα ήταν καλύτερα να έχετε φύγει.»

«Πολύ σωστά! Πολύ σωστά!» είπε ο Λουκ. «Είμαι σίγουρος ότι πρέπει να κάναμε λάθος, τελικά, Σαμ,» είπε, γυρνώντας προς τον Σαμ και χαμογελώντας. «Λοιπόν, αν μας οδηγήσεις μέχρι την μπροστινή πόρτα, Τζέιν, θα φύγουμε. Λυπάμαι πάρα πολύ για όλα αυτά…». Ο Λουκ ακούμπησε ξαφνικά το χέρι του στον τοίχο και έτριψε τα μάτια του.

«Είστε εντάξει;» ρώτησε η Τζιλ.

«Ναι, κύριε Λουκ, δεν φαίνεστε και τόσο καλά..» είπε ο Σαμ.

«Ναι, ναι, θα είμαι μια χαρά. Φταίει ο συνδυασμός του ότι έστριψα απότομα και μετά χτύπησα το κεφάλι μου. Χρειάζομαι μια στιγμή…». Κούνησε το κεφάλι του δεξιά-αριστερά και μουρμούρισε κάτι χαμηλόφωνα. Ο Σαμ έβαλε τα χέρια του μπροστά στα χείλια του και του απάντησε, εξ ίσου χαμηλόφωνα,  κάτι που φάνηκε στη Τζιλ σαν «…ναι αλλά, δεν μου είχες πει ότι θα υπήρχαν αγριόχοιροι, που, στη Νάρνια…»

«Λοιπόν, δεν φαίνεστε καθόλου μια χαρά, κανείς από τους δυο σας! Θα θέλατε να σας καλέσω κάποιον;».

«Όχι, όχι. Όμως, είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σου». Ο Λουκ την κοίταξε πιο προσεκτικά. «Μα, έχεις πολύ καλούς τρόπους για μικρό κοριτσάκι!».

«Δεν είμαι κοριτσάκι!» είπε η Τζιλ. «Κλείνω τα δεκατρία την άλλη βδομάδα!»

«Λάθος μου, έπρεπε να πω “για νεαρή δεσποινίδα”. Φοβάμαι πως είμαι ακόμα ζαλισμένος. Θα δεχτείς τη συγνώμη μου;» Ο Λουκ πάλι έτεινε το χέρι του στη Τζιλ. Αυτή τη φορά εκείνη το έπιασε ντροπαλά.

Η Τζιλ τους οδήγησε προς την μπροστινή πόρτα, αλλά μόλις την έφτασαν, ο Λουκ έκατσε απότομα στο τελευταίο σκαλί της σκάλας που οδηγούσε στον επάνω όροφο. Έσφιξε  την κουπαστή με δύναμη.

«Θα θέλατε λίγο νερό …ή τσάι…ή κάτι;» ρώτησε η Τζιλ.

«Ξέρεις, αυτό μάλλον θα ακουστεί λίγο παράξενο, αλλά… μήπως σου βρίσκεται ένα κομματάκι σοκολάτας κάπου στο σπίτι;»

Συνεχίζεται…..

Για το αυθεντικό κείμενο, εικονογράφηση και άλλες πληροφορίες δείτε: www.theframerunners.com

, ,

Comments are closed.

Powered by WordPress. Designed by WooThemes