Top

Episode 2.1

Στη Συντροφιά των Αγγέλων, Επεισόδιο 2.1 – Η Μεγάλη Περιπέτεια του Ράστυ.

Σφίγγοντας το περιδέραιο στο χέρι της, η Τζιλ σιγοπάτησε ξανά κατά μήκος του διαδρόμου προς τη βιβλιοθήκη. Καθώς πλησίασε την πόρτα, οι ήχοι από τη φλογέρα σταμάτησαν. Η Τζιλ δίστασε, αλλά μετά πήρε μια βαθειά ανάσα, προχώρησε μπροστά και γι άλλη μια φορά κρυφοκοίταξε μέσα στο δωμάτιο.

Κανείς δεν ήταν εκεί.

Το δωμάτιο ήταν ακριβώς όπως εκείνη, ο κ. Λουκ κι ο Σαμ το είχαν αφήσει. Το φως το ήλιου εξακολουθούσε να μπαίνει από το παράθυρο, όπως πριν, αλλά κάτι της φάνηκε παράξενο αυτή τη φορά. Έμοιαζε λες κι ερχότανε φως κι από άλλες πηγές. Μπήκε μέσα στη βιβλιοθήκη απορημένη Τι ήταν διαφορετικό;.

Ύστερα το συνειδητοποίησε. Όλοι οι πίνακες της – το Σάιρ, τα δάση της Νάρνια, η Πεντάμορφη και το Τέρας κι όλα τα υπόλοιπα- έλαμπαν απαλά. Έμοιαζαν σχεδόν σαν να φωτίζονται από πίσω και υπήρχε ένα λεπτό γαλάζιο φως γύρω από το πλαίσιο καθενός. Πλησίασε τον πιο αγαπημένο της πίνακα, αυτόν με τον Αυλητή. Το μικρό αγόρι ήταν εκεί, καθισμένο ακόμα στο έδαφος με τη φλογέρα του. Οι αιθέριες μορφές ακόμα πετάριζαν γύρω του. Αλλά τα χρώματα: ήταν τόσο λαμπερά! Ο ουρανός, τα δέντρα, οι βράχοι και το νερό – όλα φαίνονταν τόσο αληθινά που έλεγες πως μπορούσες ν’ απλώσεις το χέρι σου και να τ’ αγγίξεις.

Χωρίς καν να το σκεφτεί, η Τζιλ άπλωσε τα δάχτυλα της προς την επιφάνεια της κορνιζαρισμένης εικόνας. Αλλά αντί να αισθανθεί την δροσερή, απαλή σκληρότητα του γυαλιού, το χέρι της προχώρησε μέσα στον πίνακα. Μπορούσε να το δει, εκεί μπροστά της, να περνάει πέρα από το σημείο που έπρεπε να είναι το χαρτί και να μπαίνει σε κάποιο χώρο πέρα από τον τοίχο του δωματίου. Ξαφνιάστηκε τόσο που έβγαλε μια κραυγή και τράβηξε πίσω το χέρι της. Άθελα της, το μενταγιόν της γλίστρησε απ’ το χέρι κι η αλυσίδα με το πετράδι έπεσαν με κρότο στο πάτωμα.

Η Τζιλ έσκυψε να σηκώσει το κόσμημα και μετά το έβαλε στην τσέπη της μαζί με την επαγγελματική κάρτα που της είχε δώσει κ. Λουκ. Κοίταξε ξανά τον πίνακα. Το παράδοξο φως είχε σβήσει. Τώρα, όταν άπλωσε το χέρι της, αισθάνθηκε το γυαλί της κορνίζας ακριβώς όπως ήξερε ότι πρέπει να είναι.

Η Τζιλ έκλεισε σφιχτά τα μάτια της και τα έτριψε. Μετά κοίταξε ξανά τον πίνακα. Όχι, ήταν απλά ο πίνακας της κι έδειχνε ίδιος όπως πάντα.

Εκείνη τη στιγμή, ο Φουντούκης τρίφτηκε στα πόδια της. Είχε βγει κάτω από τον καναπέ του σαλονιού, όπου είχε τρέξει να κρυφτεί όταν ο Λουκ κι ο Σαμ πρωτοήρθαν στην κουζίνα. Η Τζιλ ξεφώνισε και σχεδόν πήδηξε στο ταβάνι, αλλά μετά κράτησε την αναπνοή της και περίμενε μια στιγμή για να σταματήσει να χτυπάει τόσο γρήγορα η καρδιά της.

«Τι λες, Φουντούκη; Έχω αρχίσει να τρελαίνομαι;». Έσκυψε και έξυσε τα αυτιά του γάτου. Ο Φουντούκης γουργούρισε δυνατά και τέντωσε τα μπροστινά του νύχια.

Εκείνη τη στιγμή, επέστρεψε στο σπίτι η μητέρα της Τζιλ, η Ήβη. Έτσι η Τζιλ έβαλε στην άκρη τις σκέψεις της για τους πίνακες και τα ενωρίτερα γεγονότα της ημέρας κι επικεντρώθηκε στο να βοηθήσει τη μητέρα της να κουβαλήσει μέσα τα ψώνια και να τακτοποιήσει το σπίτι. Θα είχαν καλεσμένους το βράδυ για το δείπνο. Τη θεία της, την Κάθυ και τον θείο της, τον Κρις και τα δυο παιδιά τους, τον Ράστυ και την Κέιτ. Η Τζιλ συμπαθούσε την Κέιτ, αλλά ο Ράστυ ήταν αρκετά χρόνια μικρότερος από τα δυο κορίτσια κι η Τζιλ δεν μπορούσε να μη σκεφτεί, ότι μερικές φορές ήταν λιγάκι ζιζάνιο.

Παρόλα αυτά, το δείπνο πήγε θαυμάσια και μετά, ενώ οι μεγάλοι κάθονταν στο τραπέζι και συζητούσαν, τα δυο κορίτσια ζήτησαν την άδεια να πάνε στη βιβλιοθήκη. Σύντομα, τιςακολούθησεκιοΡάστυ.

Τα ξαδέλφια είχαν βρεθεί στη βιβλιοθήκη της Τζιλ πολλές φορές και η Κέιτ την αγαπούσε ιδιαίτερα. Εκείνη κι η Τζιλ βολεύτηκαν σε μια αναπαυτική καρέκλα και η Τζιλ άρχισε να της δείχνει το καινούργιο εικονογραφημένο παραμύθι που είχε πάρει δώρο τα Χριστούγεννα. Η Κέιτ δεν αγαπούσε τα παραμύθια τόσο πολύ όσο η Τζιλ, αλλά πάντα εκτιμούσε τα ωραία πράγματα. Στο μεταξύ, ο Ράστυ άρχισε αθόρυβα να τραβάει βιβλία από τα ράφια και να τα κοιτάει καθώς έπεφταν στο πάτωμα.

«Σταμάτα!», φώναξε η Κέιτ μόλις κατάλαβε τι έκανε ο αδελφός της.

«Να σταματήσω τί;» ρώτησε ο Ράστυ, σπρώχνοντας ακόμα ένα βιβλίο έξω από το ράφι και παρακολουθώντας το να αναπηδά στο πάτωμα, να προσγειώνεται στη ράχη του και να ανοίγει στην εικόνα ενός γίγαντα.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, χτύπησε το κουδούνι της μπροστινής πόρτας. Η Τζιλ πήδηξε πάνω και αγριοκοίταξε τον Ράστυ. «Πάω να δω ποιος είναι στην πόρτα. Καλά θα κάνεις να έχεις βάλει τα βιβλία μου πίσω στα ράφια μέχρι να επιστρέψω!»

«Θα το κάνει,» βεβαίωσε η Κέιτ, «αλλιώς θα το πω στη μαμά και τον μπαμπά».

Η Τζιλ βγήκε στο διάδρομο. «Θ’ ανοίξω εγώ, μαμά!» είπε δυνατά, για να την ακούσει η μητέρα της.

Άνοιξε την πόρτα. Απ’ έξω στεκόταν ο Σαμ.

«Γειά,» είπε.

«Τι κάνεις εσύ εδώ;!» ρώτησε η Τζιλ.

«Συγνώμη που έρχομαι τόσο αργά, αλλά νομίζω ότι μάλλον μου έπεσε κάτι πριν φύγουμε το πρωί με τον κ. Λουκ…; Μήπως πρόσεξες κάτι που μπορεί να χάσαμε;»

«Ναι, όντως, κάτι βρήκα. Εννοείς την αλυσίδα και το μενταγιόν με το μπλε πετράδι;»

Ο Σαμ φάνηκε να ανακουφίζεται. «Α, ώστε το βρήκες! Θαυμάσια! Μπορώ να το πάρω πίσω τώρα; Συγνώμη που δεν σου τηλεφώνησα πρώτα, αλλά ήμουν βέβαιος ότι μου έπεσε στο δρόμο προς την Έκθεση…εννοώ, το εργαστήρι ζωγραφικής του κ. Λουκ. Δεν σκέφτηκα καθόλου πως μπορεί να το έχω αφήσει εδώ. Το έψαχνα στο πεζοδρόμιο σ’ όλη τη διαδρομή».

«Λυπάμαι, Σαμ. Είχα σκοπό να τηλεφωνήσω στον κ. Λουκ και να τον ενημερώσω», η Τζιλ έβαλε τον Σαμ μέσα στον σπίτι, «αλλά ήμουνα τόσο απασχολημένη με το να βοηθάω τη μαμά μου. Έχουμε τα ξαδέλφια μου για δείπνο».

«Τα ξαδέλφια σου; Ωχ! Όχι! Και την Κέιτ;»

«Ναι, Τι τρέχει με την Κέιτ;»

Ο Σαμ κοκκίνισε. «Εμ..τίποτα…»

«Η Τζιλ κοίταξε τον Σαμ περίεργα. «Πρέπει να ξέρω κάτι για σας τους δυο;»

«Όχι όσο αφορά εμένα!» είπε ο Σαμ. «Ας πούμε ότι η Κέιτ μοιάζει να με ψάχνει συνεχώς στο διάδρομο του σχολείου..»

«Α,χα!» είπε η Τζιλ. «Εγώ πρώτη φορά το ακούω. Θα πρέπει όμως να οπλιστείς με κουράγιο. Είναι στη βιβλιοθήκη με τον Ράστυ και εκεί ακριβώς έχω αφήσει το μενταγιόν σου».

«Θαυμάσια!» βόγκηξε ο Σαμ.

«Τζιλ, ποιός είναι, καλή μου;» ρώτησε η μητέρα της από την τραπεζαρία.

«Είναι ο Σαμ απ’ το σχολείο, μαμά!»

Η Ήβη βγήκε στο χωλ. «Α, γεια σου, Σαμ!. Έχεις φάει βραδινό;»

«Μάλιστα, κυρία», είπε ο Σαμ. «Πέρασα μόνο να πάρω κάτι που ξέχασα νωρίτερα το πρωί».

«Ήσουν εδώ νωρίτερα»;

«Ναι, μαμά, ο Σαμ ήρθε με..μ’ έναν φίλο. Ξέχασα να στο πω,» είπε η Τζιλ.

«Καλά, δεν πειράζει. Χαίρομαι που σε βλέπω, Σαμ! Γιατί δεν πάτε μέσα στη βιβλιοθήκη; Θα έχουμε μπισκότα με κομματάκια σοκολάτας για όλους λίγο αργότερα – αν θα ήθελες να μείνεις, Σαμ».

«Ευχαριστώ, κυρία,» είπε ο Σαμ.

Η Τζιλ κι ο Σαμ πέρασαν το διάδρομο και μπήκα στη βιβλιοθήκη. Στη μέση του δωματίου στεκόταν η Κέιτ, ολομόναχη. Ήταν κατάχλωμη και έτρεμε.

«Κέιτ…;» είπε η Τζιλ. «Τι συμβαίνει; Πού είναι ο Ράστυ;»

Η Κέιτ κοίταξε και τους δυο τους με γουρλωμένα μάτια κι έπειτα σήκωσε το δάχτυλο της κι έδειξε έναν από τους πίνακες στον απέναντι τοίχο. «Αυτός…αυτός…»

«Τι αυτός, Κέιτ;»

 «Έπεσε..,αυτός έπεσε μέσα στον πίνακα!!!!»

 

Η συνέχεια της ιστορίας μας με το επεισόδιο 2.2 την ερχόμενη εβδομάδα…..

Original text at http://jefmurray.com/framerunners/general/episode-2-1-rustys-big-adventure/

, ,

Comments are closed.

Powered by WordPress. Designed by WooThemes