Η Πτώση του Numenor – Το δεύτερο προπατορικό αμάρτημα

Akallabeth by Grrrod - Deviant art

Ένα επιχείρημα που προβάλλεται συχνά από τους ανά τον κόσμο επικριτές του Καθηγητή JRR Tolkien είναι ότι στο έργο του αντιγράφει, λιγότερο ή περισσότερο τροποποιημένα, πασίγνωστα μυθολογικά θέματα βορειοευρωπαϊκών – αν και όχι αποκλειστικά – παραδόσεων. Άλλοι πάλι τον έχουν χαρακτηρίσει ως τον πρώτο λόγιο «αποκρυφιστή», υπό την έννοια ότι η έντονη επιρροή που ασκούσε πάντοτε επάνω του η ρωμαιοκαθολική παράδοση αλλά κυρίως η βαθιά, «ακατέργαστη» θα έλεγε κανείς, Πίστη του τον οδήγησαν στο να συμπεριλάβει στο έργο του κρυμμένα μηνύματα και συμβολισμούς ευρύτερου χριστιανικού χαρακτήρα. Τέλος, είναι γνωστός ο παραλληλισμός του Πολέμου του Δαχτυλιδιού με το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αν και ο ίδιος ο συγγραφέας έχει απορρίψει κατά τον πλέον επίσημο και ρητό τρόπο αυτήν την εκδοχή. Από τα τρία προαναφερθέντα παραδείγματα, θα σκεπτόταν ίσως κανείς ότι τελικά το έργο του Καθηγητή δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία καλοστημένη συρραφή των πιο γνωστών θεματικών της ανθρώπινης μυθολογικής και θρησκειολογικής διάνοιας ανά τους αιώνες, συνδυασμένη με μια δόση ψευδό-ιστορικής αφήγησης. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο σκέψης, το πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα θα ήταν η πτώση του Numenor. Τίποτε δεν είναι πιο εύκολο από το να αντικαταστήσει κανείς το Numenor με την Ατλαντίδα και να βγάλει ένα ακόμη «αβίαστο» συμπέρασμα για την «έλλειψη πρωτοτυπίας» ή ακόμη χειρότερα για την «τάση αφομοίωσης πανάρχαιων μυθολογικών προτύπων» που επιδεικνύει ο Καθηγητής. Θα επιχειρηθεί εδώ να δοθεί μία απάντηση σε αυτήν τη μομφή, με αφορμή την ιστορία της πτώσης του Numenor.

Σημείο αφετηρίας δε θα μπορούσε παρά να είναι η οργανική ένταξη της ιστορίας αυτής στον Τολκινικό Κανόνα. To Numenor δημιουργείται μετά το τέλος της Πρώτης Εποχής και ουσιαστικά η αρχή, το αποκορύφωμα και το τέλος του είναι σχεδόν ολόκληρη η Δεύτερη Εποχή. Ο Tolkien αφιερώνει μία από τις τρεις Εποχές του κόσμου του στο Numenor και το γεγονός αυτό δεν μπορεί να εκφύγει της προσοχής. Περαιτέρω, μέσα στη Δεύτερη Εποχή, είναι γεγονός ότι το κεντρικό βάρος δίνεται σε αυτό που θα ονόμαζε κανείς «πτωτική πορεία» του Numenor. To μεγαλείο και η δόξα του Numenor δίνονται μόνο αφαιρετικά και περιληπτικά Δύο είναι οι κύριες ιστορίες γύρω από το Numenor: το Akallabeth, που από το όνομά του και μόνο δείχνει ποιό είναι το κεντρικό του θέμα, και η ιστορία του Aldarion και της Erendis, το τελευταίο σχέδιο της οποίας – που αποτελεί και το κείμενο που κυρίως ακολουθεί ο Christopher Tolkien στο Unfinished Tales – περιέχει στον τίτλο του τη φράση «η Σκιά της Σκιάς». Συμπερασματικά, η αφήγηση της ιστορίας του Numenor αποτελεί ουσιαστικά την εξιστόρηση της Δεύτερης Εποχής και επιπλέον η ιστορία του Numenor αυτή καθεαυτή είναι η ιστορία της αρχής, της συνέχειας και του τέλους… της πτώσης του, όσο οξύμωρο και αν ακούγεται αυτό. Τίθεται επομένως λογικά το ερώτημα, τι είναι αυτό που κάνει την πτώση του Numenor τόσο σημαντική για τον αναγνώστη, έτσι ώστε ο Καθηγητής να ασχολείται τόσο πολύ με αυτήν; Είναι απλά θέμα δραματουργίας ή υποκρύπτεται κάτι περισσότερο;

Map of Numenor
Map of Numenor

Η Πρώτη Εποχή τελειώνει με την καταστροφή του Morgoth. Οι Valar παρεμβαίνουν και σώζουν τα Παιδιά του lluvatar από την πλήρη υποδούλωση. Ωστόσο, δεν είναι όλα ιδανικά. Η Πρώτη Εποχή είναι αδιαμφισβήτητα η Εποχή των Ξωτικών. Εδώ γνωρίζουμε τους μεγάλους Οίκους των Noldor και τους πανίσχυρους βασιλιάδες τους. Εδώ γεννιούνται και δρουν οι μεγαλύτερες προσωπικότητες των Ξωτικών. Εδώ τα βασίλεια των Ξωτικών στη Beleriand είναι τα πιο όμορφα, τα πιο μεγαλόπρεπα και γενικά τα πιο ένδοξα στην ιστορία τους. Στην κατοπινή Τρίτη Εποχή τα εναπομείναντα βασίλεια των Ξωτικών στη Μέση-γη δεν ήταν παρά απόηχοι του μεγαλείου της Gondolin, της Nargothrond, του Menegroth – για να μη γίνει λόγος για το Tirion ή το Avallone ή το Alqualonde. Εδώ ακόμη η στρατιωτική ισχύς και το πολεμικό μεγαλείο των Ξωτικών φτάνει στο αποκορύφωμά του, το ίδιο και η δεξιοτεχνία τους. Φτιάχνονται τα Silmarills και κάπου εκεί αρχίζει μοιραία η πτώση. Φαίνεται ότι με την κατασκευή των Silmarills τα Ξωτικά, προσωποποιημένα στο πρόσωπο του Feanor, φτάνουν σε επίπεδα αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης δυσπρόσιτα και επικίνδυνα – και τα ξεπερνάνε. Επαναστατούν και φεύγουν από τον επίγειο παράδεισο του Valinor. Την ύβρη του Feanor ακολουθεί η νέμεση, υπό τη μορφή ενός απελπισμένου αγώνα, ενός πολέμου καταδικασμένου σε ήττα, παρόλο που τα Ξωτικά, φυλή ανώτερη ανάμεσα στα Παιδιά του lluvatar, καταφέρνουν να λαμπρύνουν την υστεροφημία και το πέρασμά τους από τον κόσμο δίνοντας ηρωικά τον καταδικασμένο τους αγώνα. Αλλά η Πρώτη Εποχή τελειώνει, και μαζί της τελειώνει και η κυριαρχία των Ξωτικών στον κόσμο, δίνοντας έτσι τη θέση της στην εποχή της θλίψης και του «ξεθωριάσματός» τους.

Σε αυτήν την Πρώτη Εποχή, οι Άνθρωποι έχουν συμπληρωματικό, θα έλεγε κανείς, ρόλο. Βοηθούν τα Ξωτικά, μπαίνουν στην υπηρεσία τους, δίνουν τον αγώνα τους, πιστοί και γενναίοι ως το τέλος. Είναι όμως ξεκάθαρα η δευτερεύουσα φυλή, υποδεέστεροι των Ξωτικών. Ωστόσο, η μοίρα τους είναι εξίσου σκληρή με αυτή των Ξωτικών, και μάλιστα χωρίς να φταίνε, χωρίς να ευθύνονται οι ίδιοι γι’ αυτό. Μπλέκονται σε έναν πόλεμο που δεν τους αφορά και από τον οποίο δεν έχουν τίποτε να αποκομίσουν και ρισκάρουν τις σύντομες ζωές τους πολεμώντας υπό τις εντολές των αθάνατων βασιλιάδων των Ξωτικών.  Επιπλέον, δεν είχαν και δε θα έχουν ποτέ τη δυνατότητα να επισκεφτούν το Valinor και να ζήσουν από κοντά το μεγαλείο των Valar. Θα έλεγε κανείς ότι είναι αδικημένοι! Έτσι, με το τέλος της Πρώτης Εποχής η αδικία αυτή αποκαθίσταται. Δημιουργείται το Numenor, ένα βασίλειο για τους Ανθρώπους και μάλιστα με παρέμβαση των Valar, την πρώτη «δημιουργική» τους παρέμβαση στον κόσμο μετά από αμέτρητα χρόνια. Ο Κόσμος ξανά-δημιουργείται εν μέρει, για να τιμήσει αυτό που θα αποτελέσει τη «δεύτερη ευκαιρία» των Παιδιών του lluvatar – η αλλιώς, την ευκαιρία της Δεύτερης Φυλής. Οι Άνθρωποι την κέρδισαν αυτήν την ευκαιρία, με τη στάση τους στην Πρώτη Εποχή. Μένει να αποδειχτεί αν θα την αξιοποιήσουν καλύτερα από τα Ξωτικά. Δυστυχώς όμως γι’ αυτούς, κάθε άλλο παρά την αξιοποιούν! Και η πτώση έρχεται με τραγικό τρόπο.

Ar Pharazon by steamey - Deviant Art
Ar Pharazon by steamey – Deviant Art

Μεταξύ των Ξωτικών και των Ανθρώπων υπάρχουν ομοιότητες γενικά, αλλά υπάρχουν και κορυφαίες διαφορές. Αυτό αποδεικνύεται εμφανώς και στο θέμα της «πτώσης» καθεμιάς από τις δύο φυλές. Η πτώση των Ξωτικών, αν μπορεί κανείς να την ονομάσει έτσι, είναι σε κάθε περίπτωση μεγαλειώδης και ένδοξη. Τα Ξωτικά καταδικάζονται σε μακραίωνο αγώνα, με προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα και ενάντια σε κάθε ελπίδα για νίκη. Ωστόσο, από το γεγονός αυτό γράφονται οι λαμπρότερες σελίδες της ιστορίας τους. Ακόμη και η πτώση τους με τον τρόπο που γίνεται, θα αποτελέσει για τους μελετητές των κατοπινών Εποχών στοιχείο και ένδειξη τον μεγαλείου τους. Για τους Ανθρώπους δεν ισχύει το ίδιο. Στο αποκορύφωμα της ισχύος τους, στην ώρα της παντοδυναμίας του Numenor, με τον ισχυρότερο βασιλιά του επικεφαλής, ούτε λίγο ούτε πολύ τον ίδιο τον Ar-Pharazon το Χρυσό, αποφασίζουν να διαπράξουν το ακατανόητο: Επίθεση (ή μάλλον απόβαση) στο Valinor. Tο εγχείρημα είναι τόσο απονενοημένο, που ακόμη και οι Valar δεν ξέρουν πώς να χειριστούν την κατάσταση. Η ποιοτική διαφορά με την πτώση των Ξωτικών είναι εμφανής: Τα Ξωτικά τόλμησαν να αψηφήσουν τους Valar και να θανατώσουν μία φορά ομόφυλούς τους και αυτό το πλήρωσαν με μακρόχρονες λύπες και κακουχίες. Οι Άνθρωποι, εκτός του ότι συστηματικά θανάτωναν ομόφυλούς τους (τόσο στις τελευταίες επισκέψεις τους στη Μέση-γη, όταν κατέφταναν εκεί ως δυνάστες, όσο και στο ίδιο το Numenor, όπου προέβαιναν σε ανθρωποθυσίες), επιδίωξαν να ανατρέψουν τους Valar ή τουλάχιστον να αμφισβητήσουν την πρωτοκαθεδρία τους στην Arda. Η διαφορά είναι και ποσοτική και – κυρίως – αδιαμφισβήτητα ποιοτική. Για το λόγο αυτό και έχει τόση σημασία, για το λόγο αυτό επισύρει την οργή του ίδιου του lluvatar – τον οποίο για πρώτη και τελευταία φορά βλέπουμε εδώ υπό την ιδιότητα του Θεού τιμωρού.

Tο επόμενο ερώτημα που μπαίνει λογικά είναι η αναζήτηση των κινήτρων. Τι είναι αυτό που κάνει τους Ανθρώπους να ξεπεράσουν κάθε όριο; Πώς οι Άνθρωποι, από μία δευτερεύουσα φυλή που είναι κατά την Πρώτη Εποχή, βρίσκουν το κουράγιο και τη δύναμη να «μεγαλώσουν» σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα και να διαπράξουν κάτι τέτοιο; Τι μας λέει αυτό για τη φυλή των Ανθρώπων, τη θέση τους μέσα στον κόσμο και τη σχέση τους με αυτόν; Πριν απ’ όλα, πρέπει να τονιστεί ότι οι Numenoreans δεν είναι μια ανθρώπινη φυλή όπως όλες οι άλλες. Πρόκειται για τους απογόνους των Τριών μεγάλων Οίκων των Ανθρώπων της Πρώτης Εποχής και επιπλέον πρόκειται για τη γενιά του Earendil, πράγμα που σημαίνει ότι έτρεχε στις φλέβες τους και Ξωτικό αίμα. Περαιτέρω, πρόκειται για Ανθρώπους στους οποίους έχει δοθεί διάρκεια ζωής τριπλάσια και τετραπλάσια από αυτήν ενός κανονικού ανθρώπου. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για την «επιούσια» ανθρώπινη φυλή. Αυτό εξηγεί μεν εν μέρει τη γρήγορη πρόοδο και άνοδό τους (τουλάχιστον σε σχέση με τους υπόλοιπους ανθρώπινους πληθυσμούς της Μέσης-γης), αποτελεί όμως ταυτόχρονα και στοιχείο που καθιστά την πτώση τους ιδιαίτερα αξιοσημείωτη: Αυτοί που «έπεσαν» με τόσο εκκωφαντικό θόρυβο δεν είναι άλλοι από τους καλύτερους, ότι καλύτερο είχε να επιδείξει ποτέ – και ότι καλύτερο θα επιδείξει ποτέ, όσα χρόνια και αν περάσουν -το ανθρώπινο γένος! Αν συνεπώς οι καλύτεροι έπεσαν τόσο χαμηλά, ποιά εγγενής αδυναμία τους οδήγησε εκεί;

Σε ένα γράμμα του, ο ίδιος ο Καθηγητής Tolkien λέει χαρακτηριστικά ότι πίσω από κάθε μεγάλο «αμάρτημα» του ανθρώπινου γένους, είτε αυτό είναι το προπατορικό είτε είναι οποιοδήποτε άλλο, κρύβεται μία Απαγόρευση, μια αποτροπή από το να κάνουν κάτι. Στην περίπτωση του προπατορικού αμαρτήματος η απαγόρευση είναι γνωστή και χιλιοειπωμένη. Στην προκειμένη περίπτωση οι Valar προσφέρουν στους Ανθρώπους, προκειμένου να τους τιμήσουν για την προσφορά τους κατά την Πρώτη Εποχή και να τους δώσουν ουσιαστικά την ευκαιρία να γίνουν αυτοί η Πρωτεύουσα Φυλή (μιας και η Εποχή των Ξωτικών έχει τελειώσει), μία Γη-Δώρο, ένα βασίλειο πέρα από όλα τα άλλα, όσο το δυνατόν εγγύτερα στο Valinor -αλλά όχι στο ίδιο το Valinor. Τους λένε επίσης ότι δεν πρέπει να ταξιδέψουν με τα πλοία τους τόσο δυτικά μακριά από το νησί τους, ώστε να μην μπορούν να το δουν. Η Απαγόρευση αυτή είναι σαφής και συγκεκριμένη. Έχει αρχή και τέλος, άρα έχει και ένα νόημα, έναν λόγο ύπαρξης.  Ο λόγος είναι απλός: Οι Άνθρωποι δεν είναι Ξωτικά. Δεν έχουν τις καταβολές των Ξωτικών, δε μοιράζονται τη μοίρα των Ξωτικών. Τα Ξωτικά είναι δεμένα με την Arda. Όταν «πεθάνουν» στη Μέση-γη, από λύπη ή από μη φυσικά αίτια, επανέρχονται στα Δώματα του Mandos, και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ανακτούν πλήρως τις αναμνήσεις τους από την προηγούμενη ζωή τους. Αυτή η ιδιότητα των Ξωτικών, το δέσιμό τους με αυτόν τον Κόσμο κατά αυτόν τον τόσο απόλυτο τρόπο, οδήγησε τους Ανθρώπους στο να πιστέψουν ότι τα Ξωτικά είναι «αθάνατα» και να τα αποκαλούν έτσι, χωρίς αυτό να είναι σωστό, γιατί η πραγματική αθανασία βρίσκεται έξω από την Έα, πέρα από τον Χρόνο και το Χώρο. Οι Άνθρωποι όμως δεν μπορούν να το κατανοήσουν αυτό. Αν μπορούσαν, θα έβλεπαν ότι το Δώρο που τους δόθηκε, ο Θάνατος, είναι ο μοναδικός τρόπος για να βγει κανείς από τον Κύκλο της Έα (η οποία εδώ φαίνεται να προσλαμβάνει το χαρακτήρα της Βουδιστικής σαμσάρα, του ατέλειωτου κύκλου επαναγεννήσεων κάθε ύπαρξης). Μόνο μέσω του θανάτου, συνεπώς, υπάρχει η δυνατότητα να διεκδικηθεί η πραγματική αθανασία – αν αυτός βέβαια είναι ο σκοπός του Iluvatar για τους Ανθρώπους, πράγμα που δεν ξέρει κανείς φυσικά. Πηγαίνοντας και ζώντας στο Valinor, επιδιώκοντας την επίπλαστη «αθανασία» των Ξωτικών, οι Άνθρωποι θα επιχειρούσαν στην πραγματικότητα να αλλάξουν τη φυσιολογία τους, τη γενετική τους προδιάθεση για να το πούμε διαφορετικά. Και θα ήταν καταδικασμένοι σε αποτυχία. Γιατί όποιος «θνητός» (υπό την έννοια του «μη-Ξωτικό») το επιχείρησε (βλ. Golum, Nazgul) κατέληξε σε παρωδία ζωής και όχι σε αιώνια ζωή (που ούτως ή άλλως φαίνεται να μην υπάρχει, αν δεχτούμε ότι ούτε και τα Ξωτικά είναι στην πραγματικότητα αθάνατα). Ο Bilbo το διατυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο, αναφέροντας το γνωστό παράδειγμα με το βούτυρο «που απλώνεται σε πάρα πολύ ψωμί». Πέρα από αυτά, ο Θάνατος είναι το Δώρο του Iluvatar στους Ανθρώπους, με την έννοια που αναφέρθηκε, οπότε οι Valar έχουν έναν επιπλέον λόγο να κάνουν ότι μπορούν για να αποτρέψουν τους Ανθρώπους από το να το καταστρέψουν ή να το καταστήσουν κενό περιεχομένου.

The Fall of Númenor, by John Howe
The Fall of Númenor, by John Howe

 Φαίνεται όμως ότι είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση να δένεται με πράγματα, καταστάσεις και πρόσωπα υπερβολικά γρήγορα και υπερβολικά έντονα. Ακριβώς επειδή έχουμε την αίσθηση της μελλοντικής απώλειας αυτού του κόσμου, υποσυνείδητα μεγαλοποιούμε συναισθήματα και καταστάσεις για να προλάβουμε όσο το δυνατόν περισσότερα και εντονότερα πράγματα στις σύντομες ζωές μας. Σε πρώτη φάση, οι Numenoreans δέχονται τον περιορισμό των Valar αδιαμαρτύρητα, αν και δεν τον κατανοούν. Έχουν τόσα να ζήσουν και να ευχαριστηθούν και το γένος τους είναι νέο, όπως και αυτοί! Η χαρά όμως του να απολαμβάνουν ένα υπέροχο βασίλειο και μία ζωή γεμάτη ευτυχία και όμορφες εικόνες γρήγορα (σύμφωνα με τα μέτρα των Ξωτικών) μετατρέπεται από τους Numenoreans σε άγχος για το χρόνο που περνάει και θα τους οδηγήσει μοιραία στην αποστέρηση αυτών των πραγμάτων, μέσω του θανάτου. Εδώ πλέον έχουν φτάσει στη «μέση ηλικία» τους και έχουν αρχίσει να ενοχλούνται από τον Περιορισμό των Valar και να σκέφτονται ότι στο Valinor θα διατηρήσουν τα όμορφα πράγματα άφθαρτα για πάντα, μαζί με τους εαυτούς τους. Αλλά δεν χρειάζεται παρά λίγη ματαιοδοξία παραπάνω, η σκιά του θανάτου και φυσικά η κατάλληλη ενορχήστρωση από έναν νου που θα μπορούσε να αντιληφθεί αυτήν την αδυναμία των Ανθρώπων, αυτή την υπερβολική τους προσκόλληση με τα πράγματα, που οφείλεται και οδηγεί ταυτόχρονα στην εμμονή τους με το χρόνο, και να την εκμεταλλευτεί κατάλληλα. Kαι o νους αυτός βρίσκεται στο πρόσωπο του Sauron.

Τα υπόλοιπα είναι λίγο – πολύ γνωστά. Αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι τα έντονα συναισθήματα οδηγούν πάντοτε σε δραματικές συγκρούσεις και αποφάσεις. Έτσι, η πτώση των Ανθρώπων, ακριβώς επειδή προέρχεται από αυτές τις ειδικές σκοτεινές πτυχές της φυλετικής τους συνείδησης, ξεπερνάει κάθε προηγούμενο των Ξωτικών και οδηγεί σε μία πραγματικά κοσμοϊστορικής σημασίας απόφαση: Να επιτεθούν στους Valar. Τα Ξωτικά δε θα το έκαναν ποτέ αυτό στη θέση των Ανθρώπων, γιατί οδηγήθηκαν στην «πτώση» τους από άλλα κίνητρα και μέσα από άλλες διαδικασίες. Ακόμη και ο Feanor, το πιο πύρινο πνεύμα τους, ο κατεξοχήν εκφραστής της αντίρρησης και της επανάστασης ανάμεσά τους, μπροστά στις πράξεις και την αλαζονεία του Ar-Pharazon του Χρυσού φαίνεται λίγος. Όχι γιατί είναι, αλλά γιατί οι Άνθρωποι ενεργούν διαφορετικά, ωθούμενοι από τα δικά τους ξεχωριστά πάθη. Και έτσι, η ιδιαιτερότητα των Ανθρώπων έναντι των Ξωτικών αποδεικνύεται ταυτόχρονα λόγος της μεγαλύτερης ελπίδας τους (=πραγματική έξοδος από αυτόν τον Κόσμο μέσω του Θανάτου) αλλά και τελικά της καταστροφής τους.

Επιστρέφοντας σε ένα ευρύτερο πλαίσιο θεώρησης, παρατηρεί κανείς ότι με την πτώση του Numenor τελειώνει, κατά κάποιον τρόπο, η «εποχή των ηρώων» στη Μέση-γη. Οι δύο πρώτες Εποχές είναι μοιρασμένες σε Ξωτικά και Ανθρώπους. Και οι δύο φυλές έχουν την ευκαιρία τους να κυριαρχήσουν στον Κόσμο και να σφραγίσουν τις μετέπειτα Εποχές με το μεγαλείο τους. Και οι δυο όμως αποτυγχάνουν: Τα Ξωτικά αργά αλλά σταθερά, γιατί ανακαλύπτουν ότι ο κόσμος γύρω τους αλλάζει και φθείρεται, ενώ αυτά παραμένουν αμετάβλητα. Η κατάρα τους είναι ότι τα ίδια παραμένουν δεμένα με αυτόν τον Κόσμο, με τον οποίο αποξενώνονται όλο και περισσότερο – και δεν μπορούν να το δεχτούν. Οι Άνθρωποι γρήγορα και ξαφνικά, γιατί επιθυμούν την προσκόλληση και η αγωνία αυτή τους οδηγεί σε βιαστικές πράξεις. Η δική τους κατάρα είναι ότι φεύγουν από αυτόν τον Κόσμο που αγαπούν πολύ γρήγορα – και δεν μπορούν να το δεχτούν. Η «Κυριαρχία» τους είναι φαινομενική, γιατί δεν κατάφεραν με την επίθεση στο Valinor – και δε θα καταφέρουν ποτέ – να λύσουν αυτό το θεμελιακά υπαρξιακό τους πρόβλημα, την προσκόλληση σ’ αυτόν τον Κόσμο που τόσο επιθυμούν. Οπότε, ακόμα και αν κυριαρχούν πια στον κόσμο δεν το κάνουν με ικανοποίηση, παρά με αγωνία και φόβο, πιο πολύ επειδή ήταν προδιαγεγραμμένο γι’ αυτούς, παρά γιατί το κέρδισαν.

Ted Nasmith - Akallabeth the downfall of Numenor
Ted Nasmith – Akallabeth the downfall of Numenor

Δεν είναι τυχαίο ότι η Δεύτερη Εποχή κλείνει με μία Συμμαχία που την αποτελούν υπολείμματα των άλλοτε κραταιών και πανίσχυρων φυλών των Ανθρώπων και των Ξωτικών και ότι ολόκληρη η Τρίτη Εποχή είναι η εποχή των αντι-ηρώων και της συλλογικής προσπάθειας. Ακόμη και το Κακό σε αυτήν την Τρίτη Εποχή θα στηριχθεί περισσότερο στη στρατηγική παρά στην υπερφυσική εκδήλωση δύναμης, γιατί η εποχή των «θαυμάτων» έχει περάσει οριστικά. Καλώς ήλθατε στην Εποχή της ωριμότητας, της αφύπνισης και του ρεαλισμού. Ο Παράδεισος χάθηκε, και δε χρειάζονται καν άγγελοι με ρομφαίες στην πύλη του. Tο δεύτερο προπατορικό αμάρτημα έχει πια συντελεστεί και δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής. Η γραμμική εξέλιξη της ιστορίας μετατρέπεται σε κυκλική μετά από αυτό το σημείο: Όσο και αν ψάχνουν οι Άνθρωποι είτε το Valinor είτε μία δεύτερη ευκαιρία εξιλέωσης είτε το όνειρο της αθανασίας, θα γυρίζουν πάντα στην αφετηρία της θνητής τους φύσης. Εδώ ο Καθηγητής εισάγει έναν υπέροχο συμβολισμό: Το Valinor χάνεται και η Γη γίνεται Σφαίρα.

Μετά από αυτά, το να ισχυριστεί κανείς ότι ο Tolkien «απλά αναπαράγει το μύθο της Ατλαντίδος» με την ιστορία της πτώσης του Numenor ακούγεται το λιγότερο απλοϊκό, για να μην πούμε αφελές. Φυσικά και ο ίδιος παραδέχεται ότι η ιστορία «είναι εκεί», παρμένη κατευθείαν από το συλλογικό ασυνείδητο της κοινής παγκόσμιας προ-μυθολογίας (αν επιτρέπεται ο όρος), στοιχειώνοντας ακόμη και τα όνειρά του, όπως ξέρουμε. Αλλά πάλι, όσοι θα τον κατηγορούσαν γι’ αυτά που αναφέρθηκαν στην αρχή, ξεχνάνε σκόπιμα — ή ακόμη χειρότερα, δεν μπήκαν ποτέ στον κόπο να ψάξουν και να μάθουν – την εξής αλήθεια για τον JRR Tolkien.  Ότι δηλαδή ουσιαστικά ολόκληρο το έργο του είναι μία πλήρης καταγραφή της ευρύτερης φιλοσοφικής αναζήτησης του ανθρώπινου γένους, δοσμένη με τρόπο συμβολικό, από την απαρχή της ιστορίας τον μέχρι το πιθανό της τέλος, άσχετα αν αυτή η αναζήτηση λαμβάνει κάθε φορά τις επιμέρους μορφές της «θρησκείας», της «φιλοσοφίας», της «κοσμογονίας», του «αποκρυφισμού», της «λογοτεχνίας του φανταστικού» ή οποιασδήποτε άλλης. Τo μεγαλείο του σαν συγγραφέα έγκειται στο ότι κατάφερε να «ντύσει» αυτό το τιτάνιο πνευματικό πόνημά του υπό το ένδυμα της λογοτεχνικής μυθοπλασίας, πετυχαίνοντας το ακατόρθωτο:

Να μην μπορεί ο αναγνώστης να διακρίνει που σταματάει η συγκλονιστική δραματική εξιστόρηση και που αρχίζει η μεθοδική, αν και αδιόρατη, έρευνα του ανθρώπινου φιλοσοφικού ψυχισμού. ‘ϊσως πάλι αυτός ο συγκερασμός της αισθητικής αρτιότητας με τον υπαινιγμό της φιλοσοφικής αναζήτησης να αποτελεί τον καλύτερο ορισμό αυτού που συνήθως ονομάζουμε Τέχνη…

by Κώστας Δασύλλας aka Erellont