Χόμπιτ «Η ερημιά του Νοσφιστή» – Μια κριτική άποψη

The Hobbit Desolation of Smaug

Να γράψεις κριτική για μία ταινία βασισμένη στο έργο ενός συγγραφέα που λατρεύεις, αποδεικνύεται πιο δύσκολη αποστολή από ό,τι θα φανταζόταν κανείς. Ίσως γιατί οι αναγνώστες του Τόλκιν συχνά δυσκολευόμαστε να δούμε την κινηματογραφική μεταφορά των βιβλίων του ως θεατές και μόνον. Όταν μιλάμε για κάτι τόσο «πολύτιμο» για όλους εμάς, συχνά γινόμαστε δύο φωτεινά ματάκια μέσα στο σκοτάδι της κινηματογραφικής αίθουσας που ψελλίζουν με απελπισία «γκόλουμ, γκόλουμ». Ενίοτε καθόλου άδικα. Και επίσης ενίοτε σαν το Σμήγκολ καταφέρνουμε να διαφωνούμε με τον εαυτό μας ή ταυτόχρονα να λατρεύουμε και να μισούμε αυτό το μικρό πραγματάκι, το πιο ασήμαντο των ταινιών, αυτό που περιμέναμε όλη τη χρονιά και από το οποίο θέλουμε να απαλλαγούμε.

Το δεύτερο μέρος του Χόμπιτ «Η ερημιά του Νοσφιστή» φαίνεται να έχει προκαλέσει περισσότερους καυγάδες μεταξύ των απανταχού τολκινικών και από τους Δύο Πύργους. Η δική μου γνώμη είναι κάπου στη μέση, κλίνοντας προς την απογοήτευση, ελπίζω όμως χωρίς προκατάληψη απέναντι στον Πίτερ Τζάκσον, στον οποίο άλλωστε και ο πιο σφοδρός πολέμιος πρέπει να αναγνωρίσει το εκπληκτικό ταλέντο να ζωντανεύει επί της οθόνης τη Μέση Γη – και αυτό άλλωστε είναι ίσως το μεγαλύτερο κρίμα: Να σπαταλάς ένα δώρο σε «δημιουργικές προσθήκες» που εν τέλει δεν λειτουργούν ούτε κινηματογραφικά.

«Η ερημιά του Νοσφιστή» ξεκινά με ένα φλας μπακ στο Μπρι, σε ένα σκηνικό γνώριμο στο θεατή από τη «Συντροφιά του Δαχτυλιδιού» και σε μία αναδρομή με βάση στα γραπτά του Τόλκιν, που λειτουργεί ικανοποιητικά σε όλα τα επίπεδα. Ο Μπέορν υπέροχος παρά την αλλαγή της σκηνής της άφιξης των νάνων, αλλά λίγος πολύ λίγος ο χρόνος που του δίνεται.

Το δάσος της Σκοτεινιάς αποζημιώνει τους αναγνώστες για τη μικρή δόση Μπέορν και τους θεατές με την εξαιρετική απεικόνιση του πνιγηρού. αποπροσανατολιστικού τοπίου και σε μία σκηνή με τον υπέροχο Μάρτιν Μπάγκινς- συγνώμη, Φρίμαν, μας θυμίζει την επιρροή του Δαχτυλιδιού και λειτουργεί άψογα ως prequel του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών: Μπορεί σε αυτή την ταινία το Ένα να μην παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, όμως το μήνυμα για τη σκοτεινή δύναμη που διαφθείρει παραμένει- είναι άλλωστε κεντρικό μοτίβο του Χόμπιτ σε άλλο επίπεδο: Η δύναμη του χρυσού στην οποία υποκύπτει ο Θόριν (εξαιρετικός στο ρόλο ο Ρίτσαρντ Άρμιταζ) και την οποία θα δούμε στη συνέχεια σε όλο το μεγαλείο της στο Νοσφιστή. Άλλωστε ο Σάουρον έχει επιστρέψει με τη μορφή του Νεκρομάντη και με τη φωνή του Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, σε μία από τις πιο καθηλωτικές και βαθιά τολκινικές σκηνές της ταινίας. Ο αναγνώστης του Τόλκιν αλλά και ο θεατής που δεν έχει διαβάσει ούτε μία αράδα δεν μπορεί παρά να ανατριχιάσει με την εκφορά της Μαύρης Γλώσσας, μία από τις γλώσσες που είχε δημιουργήσει ο Καθηγητής και την οποία ο Κάμπερμπατς μιλά εισπνέοντας και όχι εκπνέοντας.

Η ανάπτυξη της ιστορίας με τα Ξωτικά στη συνέχεια λειτουργεί και ικανοποιητικά σε σχέση με το μύθο του Τόλκιν και κινηματογραφικά: Το υπόγειο βασίλειο των Ξωτικών του Δάσους είναι χάρμα ιδέσθαι και ο Θράντουιλ χαρακτηριστική εικόνα των ξωτικοαρχόντων που έχουν κλειστεί στα βασίλεια τους και αποτραβηχτεί από τις έννοιες του έξω κόσμου. Κι όμως ο κόσμος τους χτυπά ξανά την πόρτα και αυτή είναι και η δική τους μάχη, όπως του θυμίζει  η Τάουριελ –ένας χαρακτήρας δημιουργημένος από τον Τζάκσον- σε απόλυτη εναρμόνιση με αυτό που ο ίδιος ο Τόλκιν έλεγε δια στόματος Γκάνταλφ στη «Συντροφιά του Δαχτυλιδιού» (το βιβλίο φυσικά) : “The wide world is all about you: you can fence yourselves in, but you cannot for ever fence it out.”

Η Τάουριελ παρά τις αντιδράσεις που προκάλεσε η προσθήκη του χαρακτήρα της, δεν ξενίζει τόσο ούτε τον αναγνώστη. Εκείνο που μάλλον είναι περιττό τολκινικά και κινηματογραφικά είναι το love story με το νάνο Κίλι επίπεδου Twilight, το οποίο μάλλον εξυπηρετεί στο να φέρει την Τάουριελ μαζί με το Λέγκολας (που πολύ σωστά εμφανίζεται στην ταινία ως γιος του Θράντουιλ και ως σύνδεση με τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών) στο Βουνό του Χαμού- λες και η επίθεση των Ορκ δε θα αρκούσε ως λόγος.

Κάπου εδώ η ανάγκη για χριστουγεννιάτικο μπλοκμπάστερ για όλα τα γούστα φέρνει μερικά διασκεδαστικά βαρελοκυνηγητά στο ποτάμι. Διασκεδαστικά στην αρχή γιατί σύντομα τραβούν πάρα πολύ σε μάκρος και βγάζουν μάτι, σε σημείο που να αναρωτιέσαι εάν βρέθηκες ξαφνικά σε παρωδία και πότε θα εμφανιστεί ο Βιν Ντίζελ. Ίσως γίνομαι κακιά, αλλά ζήτησα πριν γράψω τη γνώμη φίλης μη αναγνώστριας που είδε την ταινία και μου δήλωσε πως βαρέθηκε σε δύο σημεία: Όταν άρχισε να ξεφεύγει το θέμα με τα βαρέλια και στο ατελείωτο κυνηγητό με το δράκο στα έγκατα του Μοναχικού Βουνού.

Η ανάπτυξη του χαρακτήρα του Βάρδου, ο οποίος παίζει σημαντικό ρόλο στο βιβλίο, αλλά παραμένει μία σκοτεινή φιγούρα, του δίνει το βάθος που χρειάζεται για να γίνει συμπαθής στο θεατή. Η Λιμνούπολη (Έσγκαροθ) είναι δε ένα από τα ωραιότερα σκηνικά της ταινίας και ο Αφέντης (ο εκπληκτικός Στίβεν Φράι στο ρόλο) τόσο γραφικός και τόσο απωθητικός όσο πρέπει. Διάφορες κινηματογραφικές ανακολουθίες συνοδεύουν τις προσθήκες σκηνών και γεγονότων που έχει κάνει στο σημείο αυτό ο Τζάκσον όπου μετά την άφιξη των Νάνων στη Λιμνούπολη εμφανίζονται η Τάουριελ και ο Λέγκολας, επιτίθενται οι Ορκ, θεραπεύεται ο Κίλι, αλλά τελικά υποχρεώνεται να μείνει πίσω και ο αναγνώστης και ο θεατής αναρωτιούνται που στο καλό οδηγούν όλα αυτά;

Επιτέλους όμως έχουμε φτάσει στο Μοναχικό Βουνό και στη συνάντηση με το Νοσφιστή, πίσω από τη φωνή και τα τεχνικά εφέ του οποίου κρύβεται και πάλι ο Κάμπερμπατς.

Ο διάλογος του Νοσφιστή με το Μπίλμπο είναι σκηνή ανθολογίας και ο ίδιος ο δράκος ένα θαύμα τεχνολογικό. Όμως η πραγματική μαγεία εδώ είναι στο διάλογο και στις ερμηνείες των ηθοποιών: Η αντίδραση του Μπίλμπο όταν συνειδητοποιεί πως έχει ξυπνήσει το Νοσφιστή είναι ανεκτίμητη. Όπως και ο τρόπος με τον οποίο το μικρό Χόμπιτ χειρίζεται τη συνομιλία με ένα ζωντανό δράκο, χωρίς να πέσει στην αρρώστια του χρυσού. Ο ίδιος ο δράκος, ο Νοσφιστής, η μεγαλύτερη από όλες τις απειλές  δεν περιορίζεται στο κλασικό αρχέτυπο του τέρατος στο ρόλο του αντιπάλου του ήρωα: ο Νοσφιστής είναι ένας χαρακτήρας ξεχωριστός, με δαιμονική ευφυΐα και πονηριά, είναι «απόγονος» του Φάφνιρ από την ιστορία του Σίγουρντ και του δράκου από το Μπέογουλφ. Στα μάγια του είναι αδύνατον να αντισταθεί ο θεατής και ο συμβολισμός του είναι έξοχος.

Κρίμα μόνο που στη συνέχεια η ταινία αναλώνεται σε σκηνές επί σκηνών δράσης, από την οποία μας μένει μόνο η απορία ποιος λογικός άνθρωπος (ή Νάνος) θα προσπαθούσε να πολεμήσει ένα δράκο που ξερνάει φωτιά όχι με νερό πχ αλλά με καυτό μέταλλο;

Ευτυχώς η ταινία κλείνει ιδανικά με το Νοσφιστή να πετάει προς την Εσγκαροθ για να πάρει εκδίκηση, φέρνοντας την καταστροφή που φέρνει πάντα η απληστία.

Συνοψίζοντας:

Σημαντικό μέρος των προβλημάτων (κινηματογραφικών και μη) της ταινίας έγκειται καθαρά στο γεγονός ότι πρόκειται για τη δεύτερη ταινία της τριλογίας: Είναι η μέση του όλου και ταυτόχρονα πρέπει να στέκεται ανεξάρτητη, να έχει το δικό της κινηματογραφικό ρυθμό, τη δική της εισαγωγή, κορύφωση, ανατροπή στην Τρίτη πράξη και φινάλε, να θυμίζει και να προαναγγέλλει και ταυτόχρονα να λειτουργεί αυτόνομα. Πολλά καρπούζια στην ίδια μασχάλη και πολλά εξ αυτών εκ των πραγμάτων πέφτουν, συχνά ως θύματα στην προσπάθεια οπτικού εντυπωσιασμού. Όμως και ο μη αναγνώστης θεατής μάλλον θα συμφωνήσει πως αν στο μοντάζ έφευγαν τα πολλά κυνηγητά με το δράκο και οι πιρουέτες πάνω στα βαρέλια, η ταινία όχι μόνο δε θα έχανε αλλά θα αποκτούσε πιο σφιχτό ρυθμό  απαλλαγμένη από περιττά χολυγουντιανά βάρη και ασυνέχειες με βαρέλια που εξαφανίζονται και εμφανίζονται ξανά.

Εκείνο στο οποίο όμως αναγνώστες και θεατές θα συμφωνήσουν είναι στην άριστη επιλογή των ηθοποιών: Ιαν Μακ Κέλλεν, Ρίτσαρντ Αρμιταζ, Μάρτιν Φρίμαν και Μπένεντικτ Κάμπερμπατς ενσαρκώνουν τους χαρακτήρες τους κατά τρόπο ιδανικό.  Και παρόλα τα παράπονα και τις κινηματογραφικές «τρύπες», στο τέλος θα συμφωνήσουμε όλοι νομίζω στα εξής:

Πρώτον, οι ταινίες είναι ακόμη μία ερμηνεία της δουλειάς του καθηγητή (όπως οι πίνακες των John Howe και Alan Lee, που χρησιμοποιήθηκαν και ως πηγή έμπνευσης για το εικαστικό κομμάτι των κινηματογραφικών έργων). Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Το πραγματικό ταξίδι είναι αυτό που κάνει ο καθένας μας με ένα βιβλίο του Τόλκιν και αυτό δεν τελειώνει ποτέ.

Δεύτερον, οι κινηματογραφικές μεταφορές έχουν αν μη τι άλλο ένα καλό: Μας φέρνουν όλους εμάς τους αναγνώστες του Τόλκιν κοντά τον ένα με τον άλλο. Γίνονται αφορμή να γνωριστούμε, να συζητήσουμε, να διαφωνήσουμε, να θυμηθούμε  τη μαγεία των βιβλίων και  επίσης: Δημιουργούν γενιές νέων αναγνωστών. Και ελπίζουμε να φέρουν ακόμη περισσότερους φίλους στη Συντροφιά μας.

Come now… Don’t be shy!…

by Nerwen